Σάββατο 25 Ιουλίου 2026

Ο Πατσός η Πατσός του Δήμου Αμαρίου

 Ο Πατσός (αναφέρεται και ως θηλυκό, η Πατσός είναι χωριό και έδρα ομώνυμης κοινότητας του Δήμου Αμαρίου, στην Περιφερειακή Ενότητα Ρεθύμνης της Κρήτης. Βρίσκεται σε υψόμετρο 490 μέτρων. Απέχει από το Ρέθυμνο 24 χιλιόμετρα.


%CE%A0%CE%91%CE%A4%CE%A3%CE%9F%CE%A3%20%CE%91%CE%9C%CE%91%CE%A1%CE%99%20(6)


Το σπήλαιο του Αγίου Αντωνίου μέσα στο ομώνυμο φαράγγι, στη πραγματικότητα μια βραχοσκεπή μήκους 14 μέτρων και βάθους 6,5, λατρευόταν κατά την αρχαιότητα ο Ερμής ο Κραναίος και ήταν γνωστό ως Κραναίο Άντρο. Ίχνη λατρείας στο σπήλαιο χρονολογούνται από την μεσομινωική εποχή, μπορεί και παλαιότερα. 


Στο σπήλαιο έχει εντοπιστεί βωμός καθώς και επιγραφή η οποία αναφέρει Ερμή Κραναίω Δώρος Στεφάνω ευχήν. Οι ανασκαφές στο σπήλαιο άρχισαν το 1885 από τον Ιταλό αρχαιολόγο Φεντερίκο Άλμπερ. Ανάμεσα στα ευρήματα συμπεριλαμβάνονται ένα μπρούτζινο εγχειρίδιο, μπρούτζινα ειδώλια τα οποία απεικονίζουν άντρες, γυναίκες και διάφορα ζώα, και πολλά όστρακα τα οποία χρονολογούνται από την υστερομινωική μέχρι τη ρωμαϊκή περίοδο.

%CE%A0%CE%91%CE%A4%CE%A3%CE%9F%CE%A3%20%CE%91%CE%9C%CE%91%CE%A1%CE%99%20(1)

%CE%A0%CE%91%CE%A4%CE%A3%CE%9F%CE%A3%20%CE%91%CE%9C%CE%91%CE%A1%CE%99%20(2)

Επίσης έχει εντοπιστεί τμήμα νεκροταφείο του 4ου αιώνα π.Χ., στο οποίο ανασκάφτηκαν 19 τάφοι οι οποίοι ήταν όλοι συλλημένοι. Σε σωστική ανασκαφή η οποία πραγματοποιήθηκε το 1989-1994 εντοπίστηκε ακέφαλο άγαλμα του Πανός, κέρατα ταύρου αποτεθημένα σε κοιλότητα των βράχων, κύπελλα της αρχαϊκής περιόδου και στάχτη από πυρά της ελληνιστικής περιόδου. Τριακόσα μέτρα βορειότερα βρίσκεται το σπήλαιο Φουρναρέ.



Ο αρχαιολόγος Πολ Φωρ πραγματοποίησε μικρές ερευνητικές τομές στο σπήλαιο Σπηλιάρι, περίπου 600 μέτρα δυτικά του χωριού, και ανέσκαψε δύο καρινωτά όστρακα τα οποία χρονολόγησε στην πρωτομινωική ή μεσομινωική εποχή


%CE%A0%CE%91%CE%A4%CE%A3%CE%9F%CE%A3%20%CE%91%CE%9C%CE%91%CE%A1%CE%99%20(3)

%CE%A0%CE%91%CE%A4%CE%A3%CE%9F%CE%A3%20%CE%91%CE%9C%CE%91%CE%A1%CE%99%20(4)

Στη θέση Πλάκες ή Χάρακες έχουν βρεθεί ερείπια μινωικού οικισμού και στη θέση Κεφάλια ερείπια ρωμαϊκού οικισμού.Έχει προταθεί ότι η αρχαία πόλη Ολόπυξος βρισκόταν κοντά στο Πατσό, λόγω των δύο τελευταίων συλλαβών του ονόματός της (Πυξός), τα οποία θεωρείται ότι σώθηκαν παραφθαρμένα στο όνομα του σύγχρονου οικισμού. Άλλη πιθανή θέση θεωρείται το Ροτάσι Ηρακλείου.



Η Ειρήνη Βαρουχά-Χριστοδουλοπούλου ανακοίνωσε στο Γ΄ Κρητολογικό Συνέδριο ότι στη Πατσό έχουν βρεθεί χάλκινα νομίσματα Κυδωνιών του Δομιτιανού και βυζαντινά νομίσματα, υπονοούντας κατοίκηση εκείνη τη χρονική περίοδο.


%CE%A0%CE%91%CE%A4%CE%A3%CE%9F%CE%A3%20%CE%91%CE%9C%CE%91%CE%A1%CE%99%20(5)

%CE%A0%CE%91%CE%A4%CE%A3%CE%9F%CE%A3%20%CE%91%CE%9C%CE%91%CE%A1%CE%99%20(7)

Στη Πατσό σώζονται ερεπία μεγάλου ναού, αφιερωμένος στη Γέννηση της Θεοτόκου, ο οποίος έχει χρονολογηθεί στις αρχές του 14ου αιώνα. 


Στο ναό, ο οποίος έχει κτιστεί στον τύπο του σταυροειδούς εγγεγραμμένου με τρούλο, σώζονται τοιχογραφίες του 14ου αιώνα. Το 1357 αναφέρεται ότι η Πατσός ήταν έδρα ορθόδοξου επισκόπου, οπότε μπορεί ο ναός της Παναγίας να ήταν επισκοπικός.


%CE%A0%CE%91%CE%A4%CE%A3%CE%9F%CE%A3%20%CE%91%CE%9C%CE%91%CE%A1%CE%99%20(8)

%CE%A0%CE%91%CE%A4%CE%A3%CE%9F%CE%A3%20%CE%91%CE%9C%CE%91%CE%A1%CE%99%20(9)

%CE%A0%CE%91%CE%A4%CE%A3%CE%9F%CE%A3%20%CE%91%CE%9C%CE%91%CE%A1%CE%99%20(10)

%CE%A0%CE%91%CE%A4%CE%A3%CE%9F%CE%A3%20%CE%91%CE%9C%CE%91%CE%A1%CE%99%20(11)

Η ετυμολογία του ονόματος Πατσός δεν είναι γνωστή, με την πιο πιθανή θεωρία να αποδίδει το όνομα στο επώνυμο Paço ή Pazo το οποίο αναφέρεται σε έγγραφα του Δουκικού Αρχείου του Χάνδακα. 


Το χωριό αναφέρεται ως Pazzo το 1577 από τον Φραντσέσκο Μπαρότσι και Pazzò από τον Βασιλικάτα το 1630. Στην απογραφή του Καστροφύλακα το 1583 αναφέρεται ως Pazzò, με 110 κατοίκους και 773 οφειλόμενες αγγαρείες. 


%CE%A0%CE%91%CE%A4%CE%A3%CE%9F%CE%A3%20%CE%91%CE%9C%CE%91%CE%A1%CE%99%20(12)

%CE%A0%CE%91%CE%A4%CE%A3%CE%9F%CE%A3%20%CE%91%CE%9C%CE%91%CE%A1%CE%99%20(13)

%CE%A0%CE%91%CE%A4%CE%A3%CE%9F%CE%A3%20%CE%91%CE%9C%CE%91%CE%A1%CE%99%20(14)

%CE%A0%CE%91%CE%A4%CE%A3%CE%9F%CE%A3%20%CE%91%CE%9C%CE%91%CE%A1%CE%99%20(15)


Κατά την τουρκοκρατία, το χωριό είχε μουσουλμανικό πληθυσμό. Στην αιγυπτιακή απογραφή του 1834, στο χωριό κατοικούσαν 20 τουρκικές οικογένειες. 


Στην απογραφή του 1881, το χωριό είχε 287 Τούρκους κατοίκους και 14 χριστιανούς και ανήκε στο δήμο Μέρωνα. Το 1900 το χωριό ανήκε στον ίδιο δήμο.


33193264_251124592131399_284291672097947648_n

33228003_251124748798050_4297960102226296832_n

33313923_251125228798002_5908382648484495360_n

33377005_251125208798004_5333653815973380096_n

a18



Το 1920 ο Πατσός υπαγόταν στην κοινότητα Παντάνασσας, αλλά το 1930 ορίστηκε έδρα της κοινότητας Πατσού, η οποία υπαγόταν στην επαρχία Αμαρίου. 

COVER

Το 1997 η κοινότητα Πατσού καταργήθηκε και ο οικισμός προσαρτήθηκε στο δήμο Συβρίτου, ενώ το 2010, με το πρόγραμμα Καλλικράτης, ο Πατσός προσαρτήθηκε στο δήμο Αμαρίου.

Ο Ιερός Ναός Της Αγίας Παρασκευής Στο Χωριό Άγιος Θωμάς

 Z2


Στο Χωριό Αγιος Θωμάς του Δήμου Γόρτυνας και σε απόσταση 30 χλμ από το Ηράκλειο, σε ωραία θέση με πανοραμική θέα στην ευρύτερη περιοχή υπάρχει η εκκλησία της αγίας παρασκευής στην είσοδο του χωριού ερχόμενοι απο το Ηράκλειο.

Z1

Η Αγία Παρασκευή ή Παρασκευή Αθληφόρος ή Παρασκευή Μεγαλομάρτυς είναι αγία της Ορθόδοξης και Καθολικής εκκλησίας και θεωρείται προστάτιδα των ματιών. 


Έζησε στη Ρώμη κατά το 2ο αιώνα και υπέστη μαρτυρικό θάνατο επί ημερών του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρήλιου.

IMG_7674

IMG_7546

IMG_7547

Τα Αντικύθηρα ή και Τσιριγότο στο θαλάσσιο πέρασμα ανάμεσα στα Κύθηρα και την Κρήτη.

 Τα Αντικύθηρα ή και Τσιριγότο (εκ του ενετικού Cerigotto ή Cecerigo), στην αρχαιότητα η Αίγιλα, ένα άγονο ελληνικό νησί μεγάλης στρατηγικής σημασίας και μικρής έκτασης (20 τ.χλμ.) στο θαλάσσιο πέρασμα ανάμεσα στα Κύθηρα και την Κρήτη.


Σε αρχαίο ναυάγιο του νησιού βρέθηκε ο «Έφηβος των Αντικυθήρων» και ο παράξενος μηχανισμός των Αντικυθήρων, ένα τέχνεργο που αποτελεί έναν πολύπλοκο μηχανισμό για τη ναυσιπλοΐα, σαν αστρολάβος. 


Στο νησί οι ανασκαφές συνεχίζονται και διαρκώς ανευρίσκονται αρχαία και βυζαντινά ευρύματα. Αξιοσημείωτο είναι και το Κάστρο, που αποτελεί τον σημαντικότερο αρχαιολογικό χώρο του νησιού και σε αυτό σώζεται σχεδόν όλη η έκταση της οχυρωμένης πόλης της ελληνιστικής εποχής.


Επίσης, τα Αντικύθηρα αποτελούν κέντρο έρευνας της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας, η οποία έχει διαθέτει εκεί σταθμό παρακολούθησης του μεταναστευτικού ρεύματος των πτηνών τα οποία μπορεί κανείς να θαυμάσει.


Πολιούχος του είναι ο Άγιος Μύρωνας, τον οποίο οι κάτοικοι εορτάζουν κάθε χρόνο στις 16 και 17 Αυγούστου. Το νησί διαθέτει ελικοδρόμιο και ενοικιαζόμενα δωμάτια και αποτελεί, παρά τις περιορισμένες υποδομές, έναν ήρεμο ιδιαίτερο προορισμό για διακοπές ή παραθερισμό με ιστορικό και φυσικό ενδιαφέρον. Σήμερα το νησί έχει περίπου 39 κατοίκους μόνιμο πληθυσμό. Έδρα και λιμάνι του είναι ο Ποταμός.


Ο χάλκινος έφηβος που βρέθηκε στο αρχαίο ναυάγιο και χρονολογείται στο 340-330 π.Χ. Εκτίθεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών.


Αρχαιότητα

Το αρχαίο όνομα του νησιού ήταν Αίγιλα ή Αιγιαλία ή Αιγιάλεια[3]. Είχε πάντα στρατηγική θέση για τη ναυσιπλοϊα κι ας αποτελεί ουσιαστικά μικρό και άγονο νησί, καθώς το βόρειο πέρασμα, ανάμεσα σε αυτό και τα Κύθηρα δεν ήταν τόσο ασφαλές όσο ο διάπλους από το νότο, δηλαδή ανάμεσα από τα Αντικύθηρα και την Κρήτη (Στενό των Αντικυθήρων). Η Αίγιλα, τα Αντικύθηρα δηλαδή, βρισκόταν ουσιαστικά στην είσοδο του Αιγαίου, ανάμεσα στην Κρήτη (από την οποία απείχε 18 ναυτικά μίλια) και την Πελοπόννησο.


Ανακάλυψη του ναυαγίου, 1900-1901

Στο νησί βρέθηκε επίσης ακέφαλο άγαλμα του Απόλλωνα και ιερό του, που σημαίνει ότι οι κάτοικοι λάτρευαν τον θεό του Ήλιου.


Σήμερα δεν μπορούμε να ξέρουμε ποια ήταν ακριβώς τα αρχαία λιμάνια του νησιού γιατί η στάθμη της θάλασσας άλλαξε -μεγάλος σεισμός το 365 μ.Χ. ανύψωσε το νησί περίπου 2-3 μέτρα και άλλαξε σημαντικά τη μορφή των όρμων και των λιμένων του αφού η γη "ανέβηκε" και το νερό "κατέβηκε". 


Ειναι όμως γνωστό ότι το νησί είχε ακμάσει περίπου το 300-400 π.Χ. και ότι οι κάτοικοί του ασχολούνταν κατά καιρούς με την πειρατεία, αφού οι Ρόδιοι εξεστράτευσαν εναντίον του αναφέροντάς τους ως "Αιγιλείς ληστές". Επισης είναι γνωστό από τον Πλούταρχο ότι εκεί σταμάτησε μετά την ήττα του ο Κλεομένης ο Γ΄ της Σπάρτης όταν ηττήθηκε και αποφάσισε να φύγει για την Αίγυπτο μετά τη μάχη της Σελλασίας το 222 π.Χ. 


Εκεί αναφέρεται ότι αυτοκτόνησε ο μόθακας Θηρυκίων, κηδεμονευόμενος από τον Κλεομένη αλλά και πιστός φίλος του. Ο Θηρακίων έδωσε τέλος στη ζωή του εκεί, επειδή δεν άντεξε να το σκάσει ταπεινωμένος για την Αίγυπτο.


Εκείνη την εποχή οι ανασκαφές έχουν δείξει ότι το νησί είχε ήδη ένα κάστρο ή ακρόπολη που ήταν μάλλον ο χώρος στον οποίο αποσύρονταν οι πειρατές κάτοικοι του νησιού για προστασία. Το κάστρο βρίσκεται στο λόφο, πάνω από την σημερινή παραλία του Ξεροπόταμου, και σε κάποια σημεία του τα τειχη σώζονται και έχουν ύψος 4-6 μέτρων. Τον 1ο π.Χ. αιώνα τα Αντικύθηρα φαίνεται να ανήκαν στην κρητική πόλη Φαλάσαρνα, στο βορειοδυτικό ακρωτήριο της Γραμβούσας ή ότι πάντως είχαν στενές σχέσεις με αυτήν. Στο νησί έχουν βρεθεί χάλκινα νομίσματά της.


Ρωμαϊκή και Βυζαντινή περίοδος

Η Αίγιλα καταστράφηκε μαζί με τη Φαλάσαρνα όταν οι Ρωμαίοι το 69 π.Χ. αποφάσισαν να εξοντώσουν όλα τα πειρατικά, όπως εκείνοι τα έλεγαν, ορμητήρια. Τότε σκότωσαν τους κατοίκους και έκλεισαν τους λιμένες των πειρατών. Είτε λόγω των Ρωμαίων είτε λόγω γαιοτεκτονικών αλλαγών, το νησί επανεμφανίζεται κατοικημένο μετά το 4ο αιώνα μ.Χ. 


Στη συνέχεια με την εξάπλωση των Αράβων στη Μεσόγειο και ειδικά στην Κρήτη, επηρεάζονται και τα Αντικύθηρα. Προφανώς καταλαμβάνονται κι αυτά όπως και τα Κύθηρα. Αναφέρονται ξανά το 1204, κατά το διαμελισμό της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τους Φράγκους και τους Ενετούς.


Παραλία Καμαρέλλα

Βενετοκρατία και βρετανικό προτεκτοράτο

Μετά τη Δ΄ Σταυροφορία (1204) οι Ενετοί αποκτούν τον έλεγχο της Κρήτης και πολλών άλλων λιμανιών στη δυτική και νότια Ελλάδα. Τα Κύθηρα και τα Αντικύθηρα τους ενδιέφεραν λόγω της στρατηγικής τους θέσης ως είσοδος στο Αιγαίο, πάνω στο πέρασμα όλων των εμπορικών αλλά και πολεμικών πλοίων. Τα μεν Κύθηρα ονομάστηκαν τότε Τσιρίγο (παραφθορά της ονομασίας των Κυθήρων) τα δε Αντικύθηρα ονομάστηκαν με υποκοριστικό Τσιριγότο (το μικρό Τσιρίγο) και όχι «Αντιτσιρίγο» δηλαδή το νησί έναντι των Κυθήρων. 


Οι Τούρκοι δεν κατέλαβαν ποτέ το νησί αυτό, αφού οι Ενετοί κατάφεραν να το κρατήσουν μέχρι το 1800. Κατά την Τουρκοκρατία το ενετικό νησί χρησιμοποιήθηκε ως καταφύγιο πολλών Πελοποννησίων και Κρητικών που ήθελαν να ξεφύγουν από την οθωμανικό ζυγό ο οποίος πλέον είχε απλωθεί και στις περιοχές τους. Όταν το 1797 ο Ναπολέοντας νίκησε τους Ενετούς, ανέτρεψε την κυβέρνησή τους, επέβαλε δημοκρατικές διαδικασίες εκλογής και κατέλυσε το κράτος τους, το Τσιρίγο βρέθηκε ουσιαστικά ανεξάρτητο. 


Το 1815 όμως πέρασε στα χέρια των Άγγλων ακολουθώντας τη μοίρα των Επτανήσων, παρότι τόσο μακριά από αυτά. Οι Άγγλοι κάνουν τότε τα Αντικύθηρα τόπο εξορίας και στέλνουν εκεί πολλούς ριζοσπάστες της Επτανήσου, όπως τον Σταματέλο Πυλαρινό, τον Φραγκίσκο Δομενεγίνη, τον Δημήτρη Καλλίνικο, τον Σταματέλο Βούρτση και άλλους. 


Τα Αντικύθηρα ενώνονται με την Ελλάδα μαζί με τα υπόλοιπα Επτάνησα το 1864 και αποτελούν έκτοτε και για μισό περίπου αιώνα το νοτιότερο άκρο της χώρας, αφού η Κρήτη παρέμενε ακόμα σε τουρκικά χέρια. Κατά το διάστημα αυτό το νησί αποτέλεσε συχνά καταφύγιο για Κρήτες επαναστάτες, είτε προσωρινά είτε ως ενδιάμεσος σταθμός για την εγκατάστασή τους στην ελεύθερη Ελλάδα.

Νεότερα χρόνια

Κατά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο το νησί βρέθηκε αρχικά υπό ιταλική και στη συνέχεια υπό γερμανική κατοχή. Το 1943 οι Γερμανοί εκτόπισαν όλους τους κατοίκους του νησιού στην Κρήτη καθώς ήθελαν τον απόλυτο έλεγχο της θάλασσας στην περιοχή ώστε να αποκόψουν Άγγλους και Έλληνες αντιστασιακούς. Μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο και έως το 1964 το νησί έγινε πάλι τόπος εξορίας-αυτή τη φορά, αριστερών.


Διοικητικά στις αρχές του 20ού αιώνα υπαγόταν στην Επαρχία Κυθήρων η οποία τότε με τη σειρά της υπαγόταν στον τότε Νομό Αργολίδας και Κορινθίας. Εκείνη την εποχή τα Αντικύθηρα ήταν κοινότητα με 334 κατοίκους και είχε τους οικισμούς/συνοικισμούς Ποταμό, Άγιο Γεώργιο, Αλληζιζγιαννά, Άσπρο Λάκκο, Βλυχάδια, Γαλανιανά, Ζαμπετιανά, Καμαρέλλαις (όπως τις ονόμαζαν τότε), Καντιλιανά, Κάστρον, Μπατουδιανά, Παπαδιανά, Πατεριανά, Πηλιανά, Σκαριανά, Τσικαλαργιανά και Χαρχαλιανά.

Το λιμάνι του Ποταμού


Τα Αντικύθηρα διοικητικά ανήκουν, όπως και τα Κύθηρα, στην Περιφερειακή Ενότητα Νήσων της Περιφέρειας Αττικής ενώ παλαιότερα στη Νομαρχία Πειραιά.


Οι περισσότεροι ντόπιοι μετανάστευσαν στο εξωτερικό. Στο νησί ως μόνιμοι κάτοικοι αναφέρονται μόλις 39 άτομα τα οποία ωστόσο αυξάνονται σημαντικά το καλοκαίρι και με τον τουρισμό (Απογραφή του 2021).

Τα τελευταία χρόνια, στην Κοινότητα των Αντικυθήρων, γίνεται τους καλοκαιρινούς μήνες μεγάλη προσπάθεια για τη διάσωση των αρχαιολογικών μνημείων του νησιού. Πολυμελής αρχαιολογική αποστολή του Υπουργείου Πολιτισμού (ΚΣΤ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων) πραγματοποιεί ανασκαφές, ενώ παράλληλα ξεναγεί τους επισκέπτες του νησιού στον αρχαιολογικό χώρο. 


Επίσης, η Κοινότητα των Αντικυθήρων προωθεί και στηρίζει την ορνιθολογία. Στο νησί υπό την καθοδήγηση της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας, γίνεται η μελέτη περίπου 250 ειδών πουλιών που έχουν καταγραφεί στα Αντικύθηρα και στις γύρω νησίδες.


Λεπτομερείς ναυτιλιακές πληροφορίες για τα Αντικύθηρα παρέχει ο Ελληνικός Πλοηγός, 2ος τόμος της Υδρογραφικής Υπηρεσίας του Πολεμικού Ναυτικού και ιδιαίτερα ο χάρτης ελληνικής έκδοσης: ΧΕΕ-222/23, που αποτελεί τον λιμενοδείκτη του όρμου Ποταμού όπου και ο ομώνυμος λιμένας της νήσου.


ΠΗΓΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ