Την κατασκευή της «Αστόριας» είχε αναλάβει ο Ηρακλειώτης πολιτικός μηχανικός Περικλής Δρακάκης και τη διακόσμηση ο διακεκριμένος σκηνογράφος Γιώργος Ανεμογιάννης, ο οποίος το 1983 θα δημιουργούσε και θα στέγαζε το Μουσείο Νίκου Καζαντζάκη στο οικογενειακό του σπίτι στη Μυρτιά, όπου λειτουργεί μέχρι σήμερα. Σ’ αυτόν οφείλεται το σχέδιο της περίφημης “μαργαρίτας” που κοσμεί το ταβάνι της αίθουσας και την οποία υλοποίησε ο ρεθυμνιώτικης καταγωγής τεχνίτης Παντελής Λίτινας, ενώ μέχρι κι οι απλίκες είχαν σχεδιαστεί σε φλοράλ μοτίβα.
Το κυρίαρχο χρώμα στην αίθουσα ήταν το “μπλε ανοικτό” στη μπούκα (το πλαίσιο) της σκηνής, στην αυλαία που σηκωνόταν κι έπεφτε αυτόματα με χειρισμό από την καμπίνα προβολής, και στην υφασμάτινη επένδυση των 970 καθισμάτων, από τα οποία τα 670 βρίσκονταν στην πλατεία και τα 300 στον εξώστη.
Το αδιαχώ́ρητο στην Αστό́ρια την ημέρα των εγκαινίων της (αρχείο Κώστα Χατζά́κη).
Η “σινεμασκοπική” όπως χαρακτηρίζεται οθόνη είχε διαστάσεις 13 x 5,50 μέτρα κι η σκηνή πλάτος 18, ύψος 9 και βάθος 6,5 μέτρα. Ο εξοπλισμός προβολής ήταν τελευταία μοντέλα μάρκας Cinemeccanica, η ηχητική εγκατάσταση επέτρεπε την εκπομπή υπερσύγχρονου τότε στερεοφωνικού ήχου, ενώ ως πρώτος μηχανικός προβολής εργάστηκε εκεί ο βετεράνος του επαγγέλματος Ανδρέας Αραβιτσάκης.
Καθώς ο Χατζάκης δεν προτίθετο να εγκαταλείψει τα ιατρικά του καθήκοντα, ανέθεσε αρχικά την οικονομική διεύθυνση στον Γιάννη Παπακαλιάτη και τον καλλιτεχνικό προγραμματισμό στον Νοέλ Κωνσταντινίδη, έμπειρο από τη διεύθυνση του θερινού «Όασις» στο κατοπινό κηποθέατρο «Ν. Καζαντζάκης».
Εδώ ας μου επιτραπεί να μνημονεύσω επίσης τον λογιστή και παππού του γράφοντα, Νίκο Γιακουμάκη, που για μεγάλο χρονικό διάστημα κρατούσε τα βιβλία της επιχείρησης. Τον Παπακαλιάτη διαδέχτηκαν ο Γιώργος Κιαγιαδάκης, διαχειριστής πολλών χειμερινών και θερινών κινηματογράφων της πόλης, κι αργότερα ο Γιώργος Κιοσκλής, μετέπειτα ιδιοκτήτης του αγαπημένου «Γαλαξία» στη λεωφόρο Ακαδημίας και πατέρας του Αρτέμη Κιοσκλή, κατοπινού μηχανικού της «Αστόριας».
Ο Ευάγγέλος Χατζά́κης με τον γιό του και σημερινό́ ιδιοκτή́τη της Αστό́ριας, Κώ́στα (αρχείο οικογέ́νειας Ν. Γιακουμά́κη)
Με τα χρόνια, τη διεύθυνση της επιχείρησης ανέλαβε ο γιος του Χατζάκη και σημερινός ιδιοκτήτης, Κώστας. Η αίθουσα συνεργαζόταν μεταξύ άλλων με τις εταιρείες παραγωγής και διανομής Φίνος Φιλμς, Δαμασκηνός- Μιχαηλίδης, Σάββας Φιλμ και Σκούρας Φιλμ
Η Αστόρια το 1965 με το ξενοδοχείο Capsis υπό ανέγερση
(φωτό J. Miller, αρχείο Μιχάλη Ναλετάκη).
Ο καβγάς για το όνομα
Η έναρξη της λειτουργίας της «Αστόριας» σημαδεύτηκε από μια αναπάντεχη αναστάτωση, που εκφράστηκε στον τύπο μόλις τρεις μέρες μετά τα εγκαίνια με αφορμή την ονομασία την οποία επέλεξε ο Χατζάκης για την αίθουσά του.
Δημοσιογράφοι και θεατές βρήκαν το αμερικανικό τοπωνύμιο ακατάλληλο για έναν κρητικό κινηματογράφο, ο οποίος έκριναν ότι έπρεπε “απόλυτα να συνδέεται με τον τόπον και η ονομασία του να αποτελέσει κρίκον της ιστορίας της Κρήτης από των αρχαιοτάτων μέχρι των νεωτάτων χρόνων”.
Διάφοροι έφτασαν μάλιστα μέχρι το σημείο να προτείνουν να συσταθεί επιτροπή και να διεξαχθεί ονοματοδοτικός διαγωνισμός για να επιλεγεί το πιο ταιριαστό όνομα στην ιστορία του τόπου, την οποία οι αρχαιομανείς αντιλήψεις της εποχής προσδιόριζαν ως σχεδόν αποκλειστικά μινωική.
Ανάμεσα στα ονόματα που πρότειναν συντάκτες κι αναγνώστες ήταν τα μινωικά Αριάδνη, Κνώσιον, Λάβρυς, Πασιφάη, αλλά και το ενετικό Κάντια. Ο Χατζάκης συνετά κατά τη γνώμη μας επέλεξε να μη δώσει σημασία στο ζήτημα, το οποίο ούτως ή άλλως ξεθύμανε γρήγορα.
H Αστόρια το 1966 (φωτό Adrian Gilstrap, αρχείο Μιχάλη Ναλετάκη).
Μετατροπές
Από τη δεκαετία του 1960 το κτήριο αρχίζει σταδιακά ν’ αλλάζει όψη. Το 1966 πάνω από το τον κινηματογράφο ανεγέρθηκε το συνώνυμο ξενοδοχείο της οικογένειας Καψή. Σε διαφορετική χρονική στιγμή, τμήμα του φουαγιέ διαχωρίστηκε κι ενοικιάστηκε ως εμπορικό κατάστημα, αλλά αργότερα επανασυνδέθηκε με τον υπόλοιπο χώρο της εισόδου. Κατά τις δεκαετίες του 1980 και του 1990, η επέλαση της τηλεόρασης και του βίντεο προκάλεσε το κλείσιμο μεγάλου αριθμού κινηματογραφικών αιθουσών.
Όσες επιχειρήσεις ήθελαν να επιβιώσουν έπρεπε ν’ ανανεωθούν και να εκσυγχρονίσουν τις συνθήκες θέασης, οι οποίες είχαν αλλάξει δραματικά από τη ‘χρυσή’ δεκαετία του 1960. Η «Αστόρια» ευτυχώς απέφυγε τη μοίρα που περίμενε τις περισσότερες αίθουσες παρομοίου μεγέθους στην υπόλοιπη Ελλάδα και τον κόσμο: τεμαχισμό σε μικρότερες αίθουσες, μετατροπή σε σούπερ- μάρκετ ή οριστικό κλείσιμο.
Ανακαίνισε αρχικά το φουαγιέ της το 1992 και την αίθουσα το 1996 σε μελέτη του αθηναϊκού αρχιτεκτονικού γραφείου Θέρος Αρχιτεκτονική και διακόσμηση από τον Ηρακλειώτη αρχιτέκτονα Νίκο Μουρέλλο, αφήνοντας τα παλιά της καθίσματα στον εξώστη για να θυμίζουν τις ένδοξες εποχές. Το 2007 η αίθουσα αποσύρθηκε από το εμπορικό κύκλωμα προβολής ταινιών, αλλά συνέχισε να φιλοξενεί θεατρικές παραστάσεις, συναυλίες κι εκδηλώσεις, ενώ όπως είχε κάνει για την προηγούμενη λέσχη της πόλης, από το 2012 στεγάζει τις εβδομαδιαίες προβολές της Νέας Κινηματογραφικής Λέσχης Ηρακλείου.
Η Αστό́ρια υπό́ κατασκευή́
Κληρονομιά
Η «Αστόρια» είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις κινηματογραφικές -κι όχι μόνο- αναμνήσεις όλων των μεταπολεμικών γενεών των Ηρακλειωτών. Μετά από εξήντα ολόκληρα χρόνια εξακολουθεί να διατηρεί την περίοπτη θέση της στην πλατεία Ελευθερίας, ως αρχιτεκτονικό υπόδειγμα μιας εποχής όταν όλα τα κινηματογραφικά μεγέθη ήταν μεγαλύτερα: η εικόνα, τα πλήθη, τα είδωλα και τα όνειρα.
Η αρχαιοπληξία που δημιούργησε παλιότερα την περιττή συζήτηση για την ονομασία της, δυστυχώς κυριαρχεί ακόμη εμποδίζοντας να γίνει αντιληπτή η σημασία των κινηματογραφικών αιθουσών ως μνημεία της νεότερης πολιτιστικής μας κληρονομιάς.
Η «Αστόρια» είναι ακριβώς αυτό, γιατί για πάνω από μισό αιώνα υποδέχτηκε χιλιάδες κόσμου που γέλασαν, συγκινήθηκαν, παρηγορήθηκαν, καλλιεργήθηκαν, ερωτεύτηκαν, προβληματίστηκαν, γνώρισαν κόσμους που δεν επισκέφτηκαν ποτέ. Μέχρι τώρα έχει γλιτώσει πολλές φορές από το κλείσιμο χάρη στην ευαισθησία του ιδιοκτήτη της.
Ακόμη όμως κι αν κάποτε κριθεί αναγκαίο, ας ελπίσουμε ότι δε θα επαναληφθεί το εγκληματικό λάθος του «Απόλλωνα» κι ότι κάποιος φορέας θα ενδιαφερθεί για τη διατήρησή της. Προς το παρόν, εμείς ευχόμαστε στην «Αστόρια» να μακροημερεύσει, παραμένοντας φιλόξενη, δραστήρια και μεγαλοπρεπής.
Toυ Νίκου Τσαγκαράκη, κριτικού – ιστορικού κινηματογράφου
ΠΗΓΗ
ΜΕ ΣΤΟΙΧΕΙΑ