Κρήτη πόλεις και χωριά: 15 Γ - ΝΗΣΙΑ ΕΛΛΑΔΑΣ
ΣΑΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 15 Γ - ΝΗΣΙΑ ΕΛΛΑΔΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 15 Γ - ΝΗΣΙΑ ΕΛΛΑΔΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

Η Σαντορίνη ή Θήρα από τους διασημότερους ταξιδιωτικούς προορισμούς του κόσμου.

Αυγούστου 05, 2026 0

 Η Σαντορίνη ή Θήρα είναι νησί που βρίσκεται στο νότιο Αιγαίο πέλαγος, στο νησιωτικό σύμπλεγμα των Κυκλάδων, νότια της Ίου και δυτικά της Ανάφης και αποτελεί έναν από τους διασημότερους ταξιδιωτικούς προορισμούς του κόσμου. 


Έχει έκταση 76,19 τ.χλμ. και απέχει από τον Πειραιά 128 ναυτικά μίλια και 63 ναυτικά μίλια από την Κρήτη. Πρωτεύουσά της είναι τα Φηρά, ενώ ο Αθηνιός, το μεγαλύτερο λιμάνι του νησιού, έχει δημιουργηθεί στον ομώνυμο όρμο.

Η Σαντορίνη είναι γνωστή για το ηφαίστειό της. Η τελευταία ηφαιστειακή δραστηριότητα ήταν το έτος 1950. Τμήματα του ηφαιστείου της Σαντορίνης είναι: Η Νέα Καμένη (1707-1711 μ.Χ.), η Παλαιά Καμένη (46-47 μ.Χ.), το υποθαλάσσιο ηφαίστειο Κολούμπο (ενεργό) (1650 μ.Χ.), τα Χριστιανά νησιά. Η Σαντορίνη ανήκει στο ηφαιστειακό τόξο του Αιγαίου και χαρακτηρίζεται ενεργό ηφαίστειο μαζί με τα Μέθανα, τη Μήλο και τη Νίσυρο. 


Η Σαντορίνη καθώς και τα νησιά Θηρασία και Ασπρονήσι είναι απομεινάρια του ηφαιστειογενούς νησιού Στρογγύλη. Η Στρογγύλη ήταν ένας ηφαιστειακός κώνος. Το κεντρικό τμήμα της ανατινάχτηκε μαζί με τον κρατήρα του ηφαιστείου από τη Μινωική έκρηξη που έγινε το 1613 π.Χ. και είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία αυτού που σήμερα ονομάζουμε καλδέρα της Σαντορίνης και την καταστροφή του προϊστορικού πολιτισμού του νησιού. 


Στο θαλάσσιο χάσμα που σχηματίστηκε μεταξύ Θήρας και Θηρασίας, που έχει βάθος 1.500 μέτρων, κατά καιρούς βγήκαν στην επιφάνεια ηφαιστειακοί κώνοι που σχημάτισαν τα εξής νησιά: την Παλαιά, τη Μικρή και τη Νέα Καμένη, την Καμένη Γεωργίου του Α΄, την Καμένη του Φουκέ, την Αφρόσσα και τη Δάφνη. Όλα αυτά τα νησιά μεγάλωναν σιγά-σιγά και ενώθηκαν, εκτός από την Παλαιά Καμένη.

Στις αρχές του 2025, η Σαντορίνη και η ευρύτερη περιοχή του Αιγαίου βίωσαν έντονη σεισμική δραστηριότητα. Καταγράφηκαν πάνω από 11.700 σεισμοί, με δεκάδες από αυτούς να ξεπερνούν τα 4 Ρίχτερ και κάποιοι τα 5. Η πλειονότητα των σεισμών εντοπίζεται στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Σαντορίνης και Αμοργού.


 Οι συνεχείς δονήσεις προκάλεσαν ανησυχία στους κατοίκους και τους επισκέπτες, οδηγώντας πολλούς στην απόφαση να απομακρυνθούν προσωρινά από το νησί. Παρά την έντονη σεισμική δραστηριότητα, οι ειδικοί επισήμαναν ότι δεν υπάρχει άμεσος κίνδυνος ηφαιστειακής έκρηξης, αν και δεν απέκλειαν την πιθανότητα ενός ισχυρότερου σεισμού.


Πριν τη μεγάλη ηφαιστειακή καταστροφή των προϊστορικών χρόνων η νήσος ήταν στρογγυλή και είχε το όνομα Στρογγύλη, ενώ αργότερα απέκτησε τα ονόματα Καλλίστη ή Καλλιστώ (από το αρχαίο καλλίστη «η ομορφότερη»), Φιλητέρη ή Φιλωτέρα, Καλαυρία, Καρίστη, Τευσία, Θηραμένη καθώς και Ρήνεια.


Το μετέπειτα κλασικό όνομα της νήσου Θήρα προήλθε από τον αρχαίο Σπαρτιάτη Θήρα που από τη Σπάρτη προερχόμενος αποίκησε πρώτος τη νήσο αυτή. Το δε όνομα Σαντορίνη προέρχεται από τους διερχόμενους Φράγκους Σταυροφόρους οι οποίοι κατά το πέρασμα τους στέκονταν για ανεφοδιασμό κοντά σε εκκλησία της Αγίας Ειρήνης, που βρίσκεται στη σημερινή περιοχή της Περίσας πίσω από τον ιερό ναό του Τιμίου Σταυρού (την αποκάλεσαν Σάντα Ιρίνα), η οποία υπήρχε στο νησί.


 Αρχικά υπήρχε η άποψη ότι η εκκλησία αυτή ήταν το παρεκκλήσι της Αγίας Ειρήνης που υπήρχε στη Θηρασιά, σήμερα θεωρείται πιθανότερο να πρόκειται για τη μεγαλοπρεπέστατη παλαιοχριστιανική τρίκλιτη βασιλική της Αγίας Ειρήνης στη Θήρα, τα ερείπια της οποίας ανακαλύφθηκαν το 1992.


Επί τουρκοκρατίας οι Τούρκοι την ονόμαζαν Δερμετζίκ ή Διμερτζίκ («μικρός μύλος»), πιθανώς από τους πολλούς μικρούς ανεμόμυλους που ξεχώριζαν από μακριά. Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας επίσημα καθιερώθηκε το όνομα Θήρα, πλην όμως οι ξένοι χάρτες συνέχισαν να την ονοματίζουν Σαντα-Ιρίνα από την οποία και παρέμεινε με μικρή παραφθορά από τους Έλληνες ως Σαντορίνη.


Η Σαντορίνη βρίσκεται σε γεωγραφικό πλάτος από 36o 19' 56" έως 36o 28' 40" Βόρειο και γεωγραφικό μήκος από 25o 19' 22" έως 25o 29' 13" Ανατολικό. Η σημερινή ημικυκλική και περισσότερο πεταλοειδής μορφή της νήσου οφείλεται στις κατά καιρούς ηφαιστειακές εκρήξεις που μετέβαλαν το αρχικό στρογγυλό σχήμα της. Η όψη της από την πλευρά του ηφαιστείου παρουσιάζεται βραχώδης και απόκρημνη σε αντίθεση με την ομαλότητα του εδάφους της στο υπόλοιπό της. 


Η επιφάνειά της, 76,19 τετραγωνικά χιλιόμετρα, είναι κατά το πλείστον ελαφρόπετρα πολύ δεκτική σε καλλιέργεια. Στο ΝΑ τμήμα της, βρίσκεται το βουνό του Προφήτη Ηλία με το ομώνυμο μοναστήρι του 18ου αιώνα, το οποίο έχει υψόμετρο 567 μέτρα και αποτελείται από τιτανώδη βράχια και λευκό μάρμαρο. Αυτά τα ασβεστολιθικά πετρώματα είναι τα παλαιότερα της Σαντορίνης και σχημάτισαν ένα μικρό νησί πριν αρχίσει η ηφαιστειακή δραστηριότητα Συνέχεια αυτού είναι το Μέσα Βουνό ή Βουνό του Αγίου Στεφάνου, λόγω του παλαιοχριστιανικού ναού που υπάρχει εκεί και το οποίο έχει υψόμετρο 366 μέτρα. 

Ο ενδιάμεσος αυχένας που συνδέει τα δύο βουνά αποκαλείται Σελλάδα. Η περίμετρος της Σαντορίνης είναι περίπου 36 ναυτικά μίλια και παρουσιάζει έξι όρμους: Το Αμμούδι ή Άγιος Νικόλαος, στην Πάνω Μεριά (Οία Θήρας), της Αρμένης, επίσης στην Πάνω Μεριά, τον όρμο Μουζάκι, τους όρμους Φηρών και Αθηνιού και τον όρμο του Μπάλου στο Ακρωτήρι.


Γενικά η Σαντορίνη είναι άνυδρος και ξερή, χωρίς λίμνες, ποταμούς, ρεματιές ή χαράδρες. Οι αρδευτικές ανάγκες της καλύπτονται κυρίως από γεωτρήσεις που γίνονται στο υπέδαφός της, όπου συγκεντρώνεται κυρίως το βρόχινο νερό. Υφίστανται στη νήσο τρεις κύριες πηγές καθώς και τέσσερις ιαματικές πηγές. Το έδαφος του νησιού είναι ηφαιστειογενές, πεδινό στο μεγαλύτερο μέρος του και βραχώδες από την πλευρά του ηφαιστείου. 


Το έδαφος είναι εύφορο και ευνοεί την καλλιέργεια των αμπελιών, της φάβας και της ντομάτας (άνυδρη και μικρόκαρπη ποικιλία). Στο νησί καλλιεργούνται 15.000 στρέμματα με αμπελώνες, ενώ σχεδόν τα μισά (7.100 στρέμματα) καλλιεργούνται στην περιοχή της Οίας. Η υψηλότερη κορυφή είναι ο Προφήτης Ηλίας (567μ.).


Γεωλογική ιστορία

Πριν αρχίσει η ηφαιστειακή δραστηριότητα στη Σαντορίνη, πριν 2 με 2,5 εκατομμύρια χρόνια, στη θέση της Σαντορίνης υπήρχε ένα μικρό νησί που αποτελούταν από μεταμορφωσιγενή πετρώματα, κυρίως μεταμορφωμένους ασβεστόλιθους και σχιστόλιθους. Η ηφαιστειακή δραστηριότητα αρχικά έλαβε χώρα στην περιοχή του Ακρωτηρίου και στις νησίδες Χριστιανά Θήρας. Αυτά τα πετρώματα σήμερα έχουν αλλοιωθεί έντονα. Στη συνέχεια, πριν 500.000 χρόνια περίπου, δημιουργήθηκε στα βόρεια του νησιού το ηφαίστειο της Περιστερίας, το οποίο παρήγαγε ανδεσιτικές λάβες. 


Σήμερα υπολείμματα του ηφαιστείου αυτού βρίσκονται στον Μικρό Προφήτη Ηλία και το Μεγάλο Βουνό. Συγχρόνως μικρότερα ηφαίστεια - κώνοι σκωρίας ήταν ενεργά προς τα νότια, στον Μπάλο, Κόκκινη Παραλία και Κοκκινόπετρα. Στη συνέχεια μέχρι πριν 200.000 χρόνια, δημιουργείται ένα ασπιδωτό ηφαίστειο που ενώνει όλα τα επιμέρους νησιά. Αυτή η φάση τελειώνει με μια σειρά ισχυρών εκρήξεων που δημιουργεί την πρώτη καλντέρα. Η ηφαιστειακή δραστηριότητα παρατηρείται ξανά πριν 180.000 χρόνια. Μια δεύτερη καλντέρα δημιουργείται πριν 40.000 με 60.000 χρόνια από ισχυρές εκρήξεις. Στη συνέχεια σχηματίζονται ηφαίστεια του Σκάρου και της Θηρασιάς, τα οποία καταστρέφονται από την έκρηξη του Ρίβα πριν 21.000 χρόνια.


Τον 17ο αιώνα π.Χ. κατά το τέλος της εποχής του χαλκού λαμβάνει χώρα η μινωική έκρηξη, η τελευταία μεγάλη έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης που δίνει στην καλντέρα το σημερινό της σχήμα. Κατά τη μινωική έκρηξη 60 εκατομμύρια m² ισοδύναμου ξηρού πετρώματος από μάγμα σε μορφή καυτής ελαφρόπετρας και στάχτης εκσφενδονίστηκαν στον αέρα σε ύψος 36 χλμ. πάνω από το νησί. Η ηφαιστειακή στάχτη ταξιδεύοντας προς τα ανατολικά απλώθηκε στην ανατολική Μεσόγειο και τη Μικρά Ασία με ίχνη της να έχουν βρεθεί στις όχθες του Νείλου και τις ακτές της Παλαιστίνης, σημερινό Ισραήλ. 

Η μινωική έκρηξη είναι από τις μεγαλύτερες των ιστορικών χρόνων και είχε σημαντικό αντίκτυπο στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο όγκος των ηφαιστειακών αναβλημάτων υπολογίζεται ανάμεσα σε 39 και 61, ίσως και 99 κυβικά χιλιόμετρα που κάλυψαν με ένα στρώμα πάχους δεκάδων μέτρων τη Σαντορίνη. Τα στερεά και τα αέρια που εκτοξεύτηκαν από το ηφαίστειο δημιούργησαν ένα μεγάλο κενό μέσα στο οποίο κατακρημνίστηκε το κεντρικό τμήμα του ηφαιστειακού κώνου, δημιουργώντας τη σημερινή καλδέρα. Αποτελέσματα αυτού ήταν η δημιουργία τεράστιων παλιρροϊκών κυμάτων που σάρωσαν τα παράλια του Αιγαίου και της ανατολικής Μεσογείου. Η ηφαιστειακή δραστηριότητα δημιούργησε τις νησίδες Νέα Καμένη Θήρας και Παλαιά Καμένη Θήρας μέσα στην καλδέρα.


Η ηφαιστειακή δραστηριότητα στη Σαντορίνη είναι αποτέλεσμα της καταβύθισης της Αφρικανικής πλάκας κάτω από την Ευρασιατική, ή ακριβέστερα την υποπλάκα του Αιγαίου. Η καταβύθιση γίνεται με ταχύτητα 5 cm/έτος προς τα βορειοανατολικά με γωνία 30-40°, και το όριο μεταξύ των δύο πλακών βρίσκεται στην ελληνική τάφρο νότια της Κρήτης. 


Η πλάκα της Αφρικής λιώνει σε μεγάλο βάθος και στη συνέχεια τα λιωμένα πετρώματα ανέρχονται στην επιφάνεια και σχηματίζουν τα ηφαίστεια των Μεθάνων, της Μήλου, της Σαντορίνης και της Νισύρου, τα οποία αποτελούν το Ηφαιστειακό Τόξο του Νοτίου Αιγαίου. Το σύμπλεγμα της Σαντορίνης, που περιλαμβάνει επίσης τις νησίδες Χριστιανά και το υποθαλάσσιο ηφαίστειο Κολούμπο, είναι το πιο ενεργό του τόξου.


Σύμφωνα με τον σταθμό του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών η Σαντορίνη παρουσιάζει ένα θερμό ημίξηρο κλίμα στέπας με μέσο ετήσιο υετό περίπου στα 280 χιλιοστά. Το κλίμα της Σαντορίνης είναι ιδιόμορφο και παρόλο που είναι το νοτιότερο νησί των Κυκλάδων είναι και το ψυχρότερο. 


Αυτό οφείλεται κυρίως στους βορειοανατολικούς ανέμους, ωστόσο ο χειμώνας είναι ήπιος με μέση θερμοκρασία περίπου 12 °C. Τον χειμώνα δεν παρουσιάζονται συχνές βροχοπτώσεις, ενώ το καλοκαίρι δεν βρέχει σχεδόν ποτέ με αποτέλεσμα η Σαντορίνη να αποτελεί πόλο έλξης πολλών τουριστών από όλο τον κόσμο.


Με βάση το Πρόγραμμα Καλλικράτης, ολόκληρη η Σαντορίνη καθώς και τα νησιά Θηρασία, Ασπρονήσι και Άνυδρος, το σύμπλεγμα νησιών Χριστιανά, και η Παλαιά και η Νέα Καμένη ανήκουν διοικητικά στον Δήμο Θήρας, ο οποίος έχει πρωτεύουσα τη Θήρα. Αποτελείται από τις δημοτικές ενότητες Θήρας και Οίας. Πριν το 2011 η Κοινότητα Οίας ήταν αυτόνομη με πρωτεύουσα την Οία.


Το πλοίο της Θήρας (μοντέλο), 16ος αιώνας π.Χ., Τεχνολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης


Αρχαιότητα

Όταν τελείωσε η Εποχή του Χαλκού οι Φοίνικες ίδρυσαν αποικία στη Θήρα, ο Ηρόδοτος γράφει ότι αποκαλούσαν το νησί "Καλλίστη" και έζησαν οχτώ γενιές. Τον 9ο αιώνα π.Χ. εγκαταστάθηκαν στο νησί οι Δωριείς, την ίδια εποχή που έγινε η Κάθοδος των Δωριέων στη Νότια Ελλάδα. Ο αρχηγός των οικιστών ήταν ο Θήρας γιός του βασιλιά της Θήβας Αυτεσίωνα και απόγονος του Κάδμου, η αδελφή του Αργεία είχε παντρευτεί τον Αριστόδημο, γενάρχη των βασιλικών δυναστειών των Δωριέων που εγκαταστάθηκαν στην Αρχαία Σπάρτη. 


Ο Απολλώνιος ο Ρόδιος που έζησε τον 3ο αιώνα π.Χ. στην αυλή των Πτολεμαίων της Αιγύπτου έγραψε για τη Θήρα έναν σοβαρό θρύλο. Ο Εύφημος πήρε από τα χέρια του Τρίτωνα τον βώλο γης, κάτι που σήμαινε ότι οι απόγονοί του θα πήγαιναν στην Κυρηναϊκή, έριξε τον βώλο στο Αιγαίο πέλαγος και από αυτόν δημιουργήθηκε η Θήρα.


Οι Δωριείς άφησαν έναν μεγάλο αριθμό από επιγραφές σε λίθο που υποδηλώνει τις Γενετήσιες σχέσεις στην αρχαία Ελλάδα ανάμεσα στους συγγραφείς των επιγραφών και των ερωμένων τους. Ο Φρειδερείκος Χίλλερ φον Γκέρτρινγκεν που βρήκε τις επιγραφές κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δημιουργήθηκαν τελετουργικά, οι τεχνίτες που τις κατασκεύασαν ήταν επαγγελματίες και δεν ήταν οι συγγραφείς των επιγραφών. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο μετά από επτά χρόνια ξηρασίας η Θήρα έστειλε εποίκους στη Βόρεια Αφρική που ίδρυσαν πολλές πόλεις, ανάμεσα τους την Κυρήνη.


Η Θήρα ήταν το μοναδικό νησί από τις Κυκλάδες που αρνήθηκε τον 5ο αιώνα π.Χ. να συμμαχήσει με την Αρχαία Αθήνα και να εισέλθει στη Συμμαχία της Δήλου, όταν ξέσπασε ο Πελοποννησιακός Πόλεμος δήλωσαν σύμμαχοι της Σπάρτης λόγω Δωρικής καταγωγής. Οι Αθηναίοι την κατέλαβαν αλλά μετά την ήττα τους στη Μάχη στους Αιγός Ποταμούς (404 π.Χ.) αναγκάστηκαν να την παραδώσουν. Κατά την Ελληνιστική περίοδο, η διάδοχη του Αλέξανδρου Δυναστεία των Πτολεμαίων επέκτεινε την οικοδόμηση του νησιού, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για ναυτική βάση.


Βυζαντινοί χρόνοι

Το 726 μ.Χ. έγινε έκρηξη στη βορειοανατολική πλευρά της Παλαιάς Καμένης και εμφανίστηκε νέο νησί, το οποίο γρήγορα ενώθηκε με αυτήν. Η έκρηξη θεωρήθηκε ως δείγμα θεϊκής οργής κατά του Αυτοκράτορα του Βυζαντίου Λέοντος Γ΄ του Ισαύρου, ο οποίος ήταν εικονομάχος. Οι αντίπαλοι του αυτοκράτορα χρησιμοποίησαν το γεγονός για να υποκινήσουν εξέγερση, η οποία τελικά εκδηλώθηκε το 727, τόσο στις Κυκλάδες όσο και στην υπόλοιπη Ελλάδα, καθώς και στη Βενετία. Αρχηγός της επανάστασης ήταν ο τουρμάρχης της Ελλάδας Αγαλλιανός και ο Στέφανος. 


Οι επαναστάτες όρισαν άλλον αυτοκράτορα, έναν Κρητικό που ονομαζόταν Κοσμάς, και πλεύσανε προς την Κωνσταντινούπολη. Ο στόλος καταστράφηκε με το υγρό πυρ, στις 18 Απριλίου του 727, ενώ από τους αρχηγούς της επαναστάσεως, ο μεν Αγαλλιανός ρίχτηκε στη θάλασσα, οι δε Στέφανος και Κοσμάς παραδόθηκαν και αποκεφαλίσθηκαν.


Το καστέλι του Εμπορείου.

Από την Άλωση του 1204 έως την Επανάσταση του 1821

Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204, ο Μάρκος Σανούδος, ίδρυσε το δουκάτο του Αιγαίου με έδρα τη Νάξο (1207). Τα υπόλοιπα νησιά που περιλάμβανε το Δουκάτο του Αιγαίου ή Δουκάτο της Νάξου ήταν η Σύρος, η Κίμωλος, η Μήλος, η Ίος, η Θήρα και η Ανάφη. Η Θήρα και η Θηρασία παραχωρήθηκαν στον Ιάκωβο Μπαρρότσι και παρέμειναν στην οικογένεια αυτή, με μικρά διαλείμματα, ως το 1480. Τότε η Θήρα δόθηκε ως προίκα από τον δούκα της Νάξου Ιάκωβο Γ΄ Κρίσπι στην κόρη του Φιορέντσα και στον σύζυγό της Δομίνικο Πιζάνι, γιο του δούκα της Κρήτης. Το νησί, λίγο μετά τον θάνατο του Ιακώβου Κρίσπι, καταλήφθηκε από τον αδελφό του Ιωάννη και προσαρτήθηκε στη Νάξο. Κατά τους χρόνους της άλωσης της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς, πολλές ελληνικές χώρες παρέμεναν κάτω από λατινική κυριαρχία.


Κατά το 1537 η Θήρα, ακολουθώντας τη μοίρα και των άλλων νησιών του Αιγαίου, δέχτηκε τις επιδρομές του Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσσα. Ο Μπαρμπαρόσα απέσπασε την Κέα, τη Μύκονο και τη Θήρα από τη λατινική κυριαρχία και ανάγκασε τους δυνάστες των νησιών να αναγνωρίσουν την επικυριαρχία του Σουλτάνου. Η Θήρα περιήλθε τελικά στους Τούρκους το 1566, με εξαίρεση το καστέλι του Ακρωτηρίου, το οποίο πέρασε στα χέρια των Τούρκων το 1617.

 Όταν το 1579 πέθανε ο Ισπανοεβραίος Ιωσήφ Νασί, στον οποίο είχαν παραχωρηθεί οι Κυκλάδες από την Υψηλή Πύλη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι νησιώτες έστειλαν πρεσβεία στον σουλτάνο Μουράτ Γ΄(1574 – 1595) για να ζητήσουν χορήγηση προνομίων. Στους απεσταλμένους των νησιών ανήκαν και εκπρόσωποι της Σαντορίνης. Με ορισμό που εκδόθηκε το 1580, στα νησιά των Κυκλάδων παραχωρήθηκαν σημαντικά προνόμια, τα οποία ανανεώθηκαν το 1628 – 1629 και αργότερα. Το καθεστώς των προνομίων βοήθησε στην οργάνωση συστήματος αυτοδιοίκησης και στην ανάπτυξη εμπορικής δραστηριότητας σε αυτά.


Παρά το άγονο έδαφος και τους καταστρεπτικούς σεισμούς που έπλητταν το νησιωτικό σύμπλεγμα της Σαντορίνης – όπως επικράτησε να ονομάζεται κατά τη Βενετοκρατία – παρουσίασε επίδοση στη γεωργία και στη ναυτιλία. Το 1770 ο πληθυσμός του νησιού έφθανε τους 9.000 και όπως προκύπτει από το ποσό του φόρου που κατέβαλλε το νησί, πρέπει να ήταν ευπορότερο σε σύγκριση με τα άλλα νησιά. Στις αρχές του 19ου αιώνα η οικονομική ευρωστία του νησιού συνεχιζόταν, όπως επίσης και η επίδοση στο ναυτικό. 


Το 1807, κατά τη ναυτολογία που πραγματοποίησε η Πύλη για την αντιμετώπιση των αναγκών της στη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού πολέμου, η Θήρα υποχρεώθηκε να αποστείλει στον τουρκικό ναύσταθμο 50 ναύτες, όσους δηλαδή και η Μύκονος, γεγονός που φανερώνει τη μεγάλη ανάπτυξη του ναυτικού του νησιού. Ανάπτυξη παρατηρήθηκε επίσης κατά τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας και στην παιδεία, ενώ η μονή του Προφήτη Ηλία στο νησί αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα μοναστηριακά κέντρα των Κυκλάδων.


Στα τέλη Απριλίου του 1821, μετά από παραγγελία του Αλ. Υψηλάντη, οι Θηραίοι έστειλαν στις Σπέτσες 71 ναύτες με έναν ιερέα και τον προεστώτα Νικόλαο Δεκαζά για να υπηρετήσουν στα σπετσιώτικα πλοία που ήδη είχαν αρχίσει τον επαναστατικό αγώνα. Στις 5 Μαΐου του 1821, κατά την εορτή της πολιούχου του νησιού Αγίας Ειρήνης, ο καπετάνιος Ευάγγελος Ματζαράκης, επίτροπος του Αλ. Υψηλάντη, σήκωσε τη σημαία της επανάστασης στη Σαντορίνη. 


Μετά από αυτό οι κάτοικοι έδιωξαν τον αρχιεπίσκοπο Ζαχαρία από την αρχιεπισκοπή του επειδή κατά την τελετή της κήρυξης της Επανάστασης καθόταν ήσυχος στο σπίτι του και γι'αυτό θεωρήθηκε από μερικούς τουρκόφιλος. Αργότερα λαϊκοί και κληρικοί, βεβαιώνοντας την αγάπη του προς τον λαό και την πατρίδα, ζήτησαν την επάνοδό του, κάτι που έγινε δεκτό από τον κυβερνήτη Υψηλάντη


Χάρτης της Σαντορίνης του 1848

Μετά την απελευθέρωση της Σαντορίνης και την ένταξή της στο νεοσύστατο Ελληνικό κράτος το 1830, έφτασαν και εγκαταστάθηκαν στο νησί οικογένειες Μικρασιατών που έδωσαν σημαντική ώθηση στην οικονομία και τον πολιτισμό. Κύριες οικονομικές δραστηριότητες της εποχής ήταν το εμπόριο και η ναυτιλία. Το 1852, η Σαντορίνη, με 7.222 κατοίκους είναι το δεύτερο σημαντικότερο εμπορικό κέντρο μετά τη Σύρο στις Κυκλάδες, με συναλλαγές κυρίως με τη Ρωσία, η οποία είναι η κύρια χώρα εισαγωγής σαντορινιού κρασιού. Μια άλλη σημαντική πηγή εισοδήματος ήταν η καλλιέργεια αγροτικών προϊόντων και ιδίως η παρασκευή κρασιού.


Το ηφαίστειο της Σαντορίνης άρχισε να εκρήγνυται τις 26 Ιανουαρίου 1866. Πριν την έκρηξη παρατηρήθηκε αύξηση της θερμοκρασίας των νερών κοντά στη νέα Καμένη. Η έκρηξη περιλάμβανε την έκχυση λάβας και τη δημιουργία δόμων. Ένας σεισμός 6,1 ρίχτερ έλαβε χώρα τις 30 Ιανουαρίου και προκάλεσε ζημίες σε 50 σπίτια και δύο εκκλησίες. Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία η έκρηξη τελείωσε τις 15 Οκτωβρίου 1870. Η έκρηξη έλαβε χώρα στον κρατήρα του Αγ. Γεωργίου και της Αφρόεσσας, δημιούργησε τις νησίδες του Μαΐου που σήμερα έχουν καταβυθιστεί, και τριπλασίασε την έκταση της παλαιάς Καμένης.


Η λάβα πάνω στο ηφαίστειο.

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή εγκαταστάθηκαν στο νησί οικογένειες Μικρασιατών προσφύγων. Στη Σαντορίνη είχαν εγκατασταθεί και μετά το 1830 πολλοί Μικρασιάτες καθώς το νησί ήταν πλέον ελληνικό και παρείχε ασφάλεια, ενώ και οι σχέσεις των Κυκλάδων με τα παράλια της Μικράς Ασίας ήταν στενές από τα αρχαία ακόμα χρόνια. Οι 548 Μικρασιάτες, άνδρες γυναίκες και παιδιά, εγκαταστάθηκαν σε διάφορους οικισμούς του νησιού όπως ο Βόθωνας, η Έξω Γωνιά, το Ημεροβίγλι, η Θήρα (τα Φηρά), το Μεγαλοχώρι, η Μεσσαριά, η Οία και ο Πύργος.


Στις 28 Ιουλίου 1925 παρατηρήθηκαν σεισμικές δονήσεις, προειδοποιώντας τους κατοίκους ότι μια έκρηξη επίκειται. Στην περιοχή των Κόκκινων Νερών, ανάμεσα στις νησίδες Νέα και Μικρή Καμένη, η θερμοκρασία της θάλασσας αυξήθηκε και η θάλασσα άλλαξε χρώμα. Η έκρηξη ξεκίνησε τις 25 Αυγούστου με φρεατικές εκρήξεις, ενώ αργότερα παρατηρήθηκαν εκρηκτικές στήλες με ηφαιστειακή στάχτη που έφτασε σε ύψος 3,5 χιλιομέτρων. Η δραστηριότητα επικεντρώθηκε στον ηφαιστειακό δόμο Δάφνη, από όπου εκχύθηκε λάβα και οδήγησε στην ένωση της Νέας και τη Μικρή Καμένη. 

Η πρώτη φάση της έκρηξης τελείωσε το 1926. Ένας δεύτερος, μικρότερος δόμος που σχηματίστηκε σε νέα έκρηξη το 1928 πήρε το όνομα Ναυτίλος Το ηφαίστειο εξερράγει ξανά το 1939, και δημιούργησε τους δόμους Τρίτωνα, Κτενά κα Φουκέ και τις ροές λάβας Σμιθ, Ρεκ και Νίκης. Η έκρηξη τελείωσε τον Ιούλιο του 1941. Η πιο πρόσφατη έκρηξη του ηφαιστείου έλαβε χώρα από τις 10 Ιανουαρίου 1950 μέχρι 2 Φεβρουαρίου του ίδιου χρόνου και δημιούργησε το δόμο του Λιάστικα. Αυτά τα ηφαιστειακά πετρώματα είναι τα πιο πρόσφατα που δημιουργήθηκαν στην Ελλάδα.


Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Σαντορίνη καταλήφθηκε πρώτα από Ιταλικές (το 1941) και έπειτα, το 1943, από Γερμανικές δυνάμεις κατοχής. Τον Απρίλιο του 1944, η Βρετανική SBS επέδραμε επιτυχώς κατά του ραδιοσταθμού που διατηρούσε η φρουρά της Σαντορίνης. Στις 9 Ιουλίου 1956 σημειώθηκε κοντά στην Αμοργό σεισμός μεγέθους 7,8 ρίχτερ, ο οποίος ήταν ο ισχυρότερος που έλαβε χώρα στην Ευρώπη κατά τον 20ο αιώνα. 


Ο κύριος σεισμός, μαζί με ένα μετασεισμό 6,9 ρίχτερ που ακολούθησε 12 λεπτά αργότερα, προκάλεσαν εκτεταμένες καταστροφές σε Σαντορίνη, Αστυπάλαια, Ανάφη, Κάλυμνο, Λέρο, Αμοργό και Πάτμο, 53 θανάτους, καθώς και ένα από τα μεγαλύτερα τσουνάμι στο Αιγαίο, με ύψος μέχρι 25 μέτρα. Μετά αυτό το γεγονός μεγάλο μέρος του πληθυσμού έφυγε από το νησί. Τη δεκαετία του 1960 άρχισε να αναπτύσσεται ο τουρισμός στη Σαντορίνη, φτάνοντας στο αποκορύφωμα του στα μέσα της δεκαετίας του 1980. 


Από τότε ο τουρισμός στο νησί γνωρίζει συνεχή ανάπτυξη, έχοντας καταστήσει πλέον τη Σαντορίνη σε ένα από τους δημοφιλέστερους τουριστικούς προορισμούς σε διεθνές επίπεδο. Οι κρουαζιέρες ξεκινούν στο νησί από τον Μάρτιο και συνεχίζονται μέχρι και τέλη Νοεμβρίου, έχοντας επεκτείνει χρονικά πολύ την τουριστική περίοδο. Τους καλοκαιρινούς μήνες περισσότερα από 30 με 40 έκτακτες πτήσεις (τσάρτερς) από κάθε γωνιά του κόσμου προσγειώνονται στο αεροδρόμιο του νησιού.


Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και τους χειμερινούς μήνες οι επισκέψεις τουριστών στο νησί δεν σταματούν, ιδιαίτερα από χώρες της Ασίας. Η τεράστια τουριστική ανάπτυξη της Σαντορίνης είναι φυσικό να έχει αλλοιώσει και τον χαρακτήρα του νησιού. Εκατοντάδες νέα κτίσματα έχουν κάνει την εμφάνιση τους παντού και οι περίφημες αγροτικές καλλιέργειες του νησιού και οι αμπελώνες του έχουν περιοριστεί κατά πολύ σε έκταση, δίνοντας τη θέση τους σε πολυτελείς ξενοδοχειακές μονάδες, μπαρ, εστιατόρια κλπ.


Στη Σαντορίνη μεγάλος αριθμός μπαρ και νυχτερινών κέντρων λειτουργεί χωρίς τις απαιτούμενες πολεοδομικές ή υγειονομικές άδειες, δημιουργώντας προβλήματα στους μόνιμους κατοίκους του νησιού.


Το 2020 το Υπουργείο Τουρισμού ξεκίνησε την καμπάνια ευαισθητοποίησης «Plastic-free Santorini» για την προώθηση της μείωσης αλόγιστης χρήσης πλαστικού, κάνοντας έτσι τη Σαντορίνη το πρώτο ελεύθερο από πλαστικό νησί των Κυκλάδων.

Οικονομία

Μετά την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους ξεκινά σταδιακά ο μετασχηματισμός της ελληνικής κοινωνίας ενώ η εκβιομηχάνιση βραδυπορεί. Η χώρα εξειδικεύεται σταδιακά στην εξαγωγή αγροτικών προϊόντων και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ελληνικό και ευρωπαϊκό, και η ναυτιλία αποτέλεσε μοχλό για τον εκσυγχρονισμό του αγροτικού τομέα κι ευρύτερα της οικονομίας. Την εποχή της δημιουργίας εθνικών κρατών στη Μεσόγειο, τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αφυπνίζεται και διεκδικεί οντότητα. Καθώς η αυτοκρατορία αποδιαρθρώνεται προκύπτουν ανακατατάξεις στον χώρο. 


Το νεοσυσταθέν Ελληνικό κράτος επιχειρεί να οργανώσει τον δικό του χώρο κι αυτό περνάει μέσα από τη σχέση πρωτεύουσας και λοιπής χώρας. Για πολλές δεκαετίες οι περιοχές εκτός πρωτεύουσας παραμένουν σε ένα καθεστώς που συνεχίζει τη δομή της τοπικής αυτοδιοίκησης, τουλάχιστον άτυπα. Η διασύνδεση των κατοικημένων σημείων, άτακτη και αποσπασματική, δεν είχε οργανωμένο και σταθερό αποτύπωμα στον χώρο. Η κατάσταση αυτή όμως ήταν ένας ακόμη παράγοντας που ευνόησε την ανάγκη για αυτάρκεια τόσο στην ηπειρωτική όσο και στη νησιωτική Ελλάδα.


Η βελτίωση και ανάπτυξη των λιμανιών γίνεται στήριγμα του θαλάσσιου δικτύου. Η οργάνωση της λιμενικής υποδομής σε εθνικό επίπεδο εκφράζει μια τάση ανάπτυξης εμπορική, οικονομική σε τοπικό και ευρύτερο κρατικό επίπεδο. Είναι βεβαίως μεγάλη η διαφοροποίηση μεταξύ των λιμανιών και των νησιών, σε αυτό έχει καθοριστική επίδραση το φυσικό περιβάλλον.


Όσον αφορά την οργάνωση των επαγγελμάτων στον χώρο των Κυκλάδων κύρια δραστηριότητα ήταν η παραγωγή, επεξεργασία και διακίνηση του κρασιού, που αποτέλεσε ένα από τα βασικά εξαγώγιμα προϊόντα της Ελλάδας από την εποχή της σύστασης του Ελληνικού Κράτους.


Μετά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1768-1774, διευρύνεται το πεδίο δράσης των ελληνικών πλοίων. Το άνοιγμα της Μαύρης Θάλασσας επιτρέπει στους νησιώτες να επεκτείνουν το εμπόριό τους στη μεταφορά των ρωσικών δημητριακών. Η ιστιοφόρος ναυτιλία αντέχει γερά ως τη δεκαετία του 1880, παρά τις δυσκολίες και τις επιζήμιες επιπτώσεις του Κριμαϊκού πολέμου (1854-1855). Από κει και πέρα τα ιστιοφόρα υποχωρούν μπροστά στα ατμόπλοια, που κερδίζουν γρήγορα έδαφος από το 1875.


Το σημαντικότερο αγροτικό προϊόν που εισήγαγε η Ελλάδα είναι τα δημητριακά, ειδικότερα το σιτάρι. Οι εισαγωγές δημητριακών παρουσιάζουν άνοδο μέχρι το 1887 και παραμένουν σταθερές μέχρι το 1904. Η σιτοπαραγωγός Θεσσαλία προσαρτήθηκε στο Ελληνικό κράτος από το 1881 αλλά παρόλα αυτά δεν μειώθηκαν οι εισαγωγές σιτηρών από το εξωτερικό.


Ο νησιωτικός πληθυσμός των Κυκλάδων τον 19ο αιώνα, στον μεγαλύτερο βαθμό, βρίσκεται ακινητοποιημένος και περιχαρακωμένος σε μικρές νησίδες γης με σημαντική ανεπάρκεια εγχώριων πόρων. Οι επαφές με το «εξωτερικό» όμως, η εμπορική δραστηριότητα που αναπτύσσουν εξασφαλίζουν ζωτικές προμήθειες και σε κάποιες περιπτώσεις αποτελούν πηγή πλουτισμού για τους τόπους αυτούς. Οι Κυκλάδες ανταλλάσσουν το κρασί τους και τα κουκούλια μεταξιού ή μετάξι ή προϊόντα του υπεδάφους τους με ζάχαρη και καφέ, κατεργασμένα προϊόντα, κυρίως υφάσματα, δέρματα και ξυλεία.


Το 1852 η Σαντορίνη (με έκταση 76,2 χλμ² και πληθυσμό 7.222 κατοίκους) καταφέρνει να παρουσιάσει μια εμπορική κίνηση που υπερβαίνει κατά πολύ, σε όγκο, την αντίστοιχη των άλλων Κυκλάδων με εξαίρεση τη Σύρο. Η ναυτική περιφέρεια της Σαντορίνης περιλαμβάνει τα νησιά Αμοργός, Ίος, Ανάφη. Εμπορεύεται απ’ ευθείας με τη Ρωσία όπου διοχετεύεται το σύνολο του παραγόμενου κρασιού. Από εκεί τα μεγάλα σαντορινιά πλοία μεταφέρουν δημητριακά και αφού ξεφορτώσουν μέρος αυτών στο νησί, συνεχίζουν για τη Γαλλία, την Ιταλία και την Αγγλία. Επίσης η Σαντορίνη εξάγει θηραϊκή γη (5%) στην Αυστρία και σε ελληνικά λιμάνια. Τα προϊόντα που φέρνουν προς τη Σαντορίνη τα πλοία είναι κυρίως υφάσματα (βαμβακερά και μεταξωτά), είδη κιγκαλερίας, αρώματα, αποικιακά είδη. Για τη διεξαγωγή εμπορίου με δικά τους καράβια, οι έμποροι και πλοιοκτήτες της Σαντορίνης διαθέτουν πλοία μεγάλης χωρητικότητας. Ο στόλος της ναυτικής αποτελείται από 200 πλοία συνολικής χωρητικότητας 14.755 τόνων, ενώ τα 31 υπερβαίνουν τους 200 τόνους.

Στον τομέα της ναυτιλιακής και εμπορικής δραστηριότητας η Σαντορίνη διαθέτει το 40% του συνολικού αριθμού των πλοίων των Κυκλάδων. Η Άνδρος, όπως και η Σαντορίνη, έχει έναν στόλο που επίσης περιλαμβάνει μεγάλης χωρητικότητας πλοία και εμπορεύεται απ’ ευθείας με λιμάνια του εξωτερικού χωρίς να περνούν τα πλοία της απαραίτητα από τη Σύρο ή τον Πειραιά αργότερα.


Η Μεσόγειος γενικότερα διέθετε μεγάλα ιστιοφόρα χωρητικότητας 600 έως 1.000 ακόμα και 1.300 τόνους ήδη πριν τον 16ο αιώνα. Από το 1870 όμως και εξής η επέκταση της χρήσης του ατμού, συνέπεια της ταχείας ευρωπαϊκής οικονομικής ανάπτυξης, επέφερε σημαντικές αλλαγές. Οι αλλαγές εντατικοποιούνται και σταδιακά θέτουν εκτός μάχης τα ελληνικά ιστιοφόρα. Στο μεταξύ έχει δρομολογηθεί η τακτική ατμοπλοϊκή επικοινωνία μεταξύ Σύρου και Πειραιά. Με νόμο της 22ας Απριλίου 1855 «Περί συστάσεως συγκοινωνίας μεταξύ των νήσων και των παραλίων μερών της Ελλάδος.» η Κυβέρνηση προσπαθεί να εισαγάγει στις θαλάσσιες συγκοινωνίες και μεταφορές που συνδέουν τα ελληνικά παράλια τη χρήση του ατμού. Διαμορφώνεται ένα δίκτυο άγονων και μη αποδοτικών γραμμών.


Η οικονομική ζωή της Σαντορίνης πριν από το 1960, όταν άρχισε σταδιακά η κίνηση ξένων επισκεπτών στο νησί για τουριστικούς λόγους, βασιζόταν στις καλλιέργειες και στο εμπόριο. Η σπουδαιότητα του εμπορίου κάθε νησιού δεν είναι συνάρτηση του μεγέθους του, αλλά των ιδιομορφιών της νησιωτικής οικονομίας και, ειδικότερα, της σημασίας που αποκτά στις εξωτερικές αγορές το κυριότερο εξαγωγικό του προϊόν, όπως εν προκειμένω στη Σαντορίνη συμβαίνει με το κρασί (85%). 


Σε αρκετά υψηλό ποσοστό βρίσκεται η εξαγωγή του κρασιού και στην Πάρο, στην οποία επίσης αποτελεί το κύριο προϊόν εξαγωγής (60%). Οι μελέτες για την ελληνική ναυτιλία του 19ου αιώνα εστιάζουν περισσότερο στον ρόλο των ελληνικών πλοίων στην επανάσταση του 1821 και λιγότερο στις εμπορικές δραστηριότητες.


Ως τα μέσα του 19ου αιώνα ο κυκλαδίτικος πληθυσμός αποτελεί εν μέρει το υπόβαθρο της εμπορικής ανάπτυξης της Σύρου. Η άνοδος της Ερμούπολης θεωρήθηκε ότι οδήγησε στη μετανάστευση νησιωτών προς τη Σύρο και έτσι σταδιακά ο νησιωτικός χώρος έχασε την ενότητά του και την αλλοτινή του ιδιαιτερότητα. Η εξέλιξη αυτή όμως έφερε στο φως και αρκετές περιφερειακές ανισότητες, που είχε δημιουργήσει, κατά τα προηγούμενα χρόνια, η απομόνωση.



Κατά τη διάρκεια της κυριαρχίας, αρχικά των Λατίνων και στη συνέχεια των Τούρκων στα νησιά των Κυκλάδων, φαίνεται πως κάθε νησί ακολούθησε μια ιδιαίτερη πορεία μέσα στο σύνολο. Παρόλο που υπάρχουν κοινά στοιχεία στην οικονομία τους, κάθε νησί αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση. Όταν μια κοινότητα χάσει την ανεξαρτησία και την κρατική αυτονομία της, αγωνίζεται με κάθε τρόπο να περισώσει την όποια δυνατότητα έχει για εσωτερική ελευθερία και ομαδική συσπείρωση γύρω από κάποια σημεία αναφοράς. Τέτοιο σημείο αναφοράς μπορεί να είναι το σπίτι του – στο οικογενειακό πλαίσιο και κατ’ επέκταση στο ευρύτερο τοπικό πλαίσιο. Με τα προνόμια που έδωσαν οι Οθωμανοί στους νησιώτες ευνοήθηκαν αφ' ενός η Εκκλησία κι αφ' ετέρου οι τοπικές κοινότητες και οι αστικές συντεχνίες.


Στα χρόνια της Οθωμανικής Κυριαρχίας σημειώνονται μια σειρά εξελίξεων της κοινοτικής ζωής, από την κλειστή περιχαράκωση και ασφάλεια (καστέλια, πύργοι (μπούργκο), γουλάδες, καταφύγια, λοξά καλντερίμια, πυργόμορφα σπίτια, βίγλες κ.λ.π) ως τα ανοιχτά χοροστάσια στα αλώνια και τις γιορτές των πανηγύρεων.


Μετά την οικογένεια, αρχηγός της οποίας ήταν ο πατέρας, η κοινότητα είχε τους δικούς της αρχηγούς (πρωτόγερους, δημογέροντες, κοτζαμπάσηδες) Ο ρόλος της εκάστοτε δημογεροντίας έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον στις δύσκολες ώρες του κοινωνικού συνόλου. Πολλές φορές σε τέτοιες περιστάσεις το μεγαλύτερο βάρος έπεφτε στους ώμους της εκκλησίας και κυρίως της ανεπίσημης. Η κοινότητα απασχολούσε ντελάληδες, βιγλιάρηδες, νυχτοφύλακες, δραγάτες, λογαριαστάδες. Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει η ορολογία των κοινοτικών ενεργειών και εισφορών, όπως το «ψυχομέτρι» (= απογραφή), η λόντζα (=γενική συνέλευση), η μάννα (=κτηματολόγιο), η φέρτα (=εισφορά για τον ιερέα).


Τα έθιμα της αλληλοβοήθειας και συνεργασίας, τόσο στις οικογενειακές όσο και σε άλλες περιστάσεις, είναι από τις πιο συγκινητικές εκδηλώσεις των μελών μιας κοινότητας. Θέρος, τρύγος (βεντέμα), συγκομιδή άλλων καρπών, χτίσιμο σπιτιού και περισσότερο εκκλησίας, ανασύσταση κοπαδιού, αρδεύσεις και κατασκευή περιφράξεων, δρόμων γίνονταν με πρόθυμη συμμετοχή όλων, που κάποτε την κήρυσσε μετά τη λειτουργία ο παπάς. Οι εκδηλώσεις αυτές είναι γνωστές με ποικίλα ονόματα: ξέλαση, ληλοβόηθο, αντοβόηθο, δανεικαριά, παρασπόρι, αγγαρειά. 


Στο τέλος κάθε εργασίας ακόμα και οι πιο φτωχοί «βοηθούμενοι» εξασφάλιζαν στους «βοηθούντες» το απαραίτητο κρασί και φαγητό για να τους περιποιηθούν. Με τη σειρά τους οι «βοηθούντες» θεωρούν καθήκον τους να τραγουδήσουν και να ευχαριστήσουν με στίχους τους «βοηθούμενους». Καταλήγει έτσι η αλληλοβοήθεια σε ένα συμπόσιο αγάπης.


Συγκεντρώσεις αλληλεγγύης αποτελούν και τα νυχτέρια ή αποσπερίδια σε συγγενικά ή γειτονικά σπίτια του χωριού, στα οποία μαζεύονταν και βοηθούσαν στις οικιακές δουλειές περισσότερο οι γυναίκες. Δουλειές όπως η προετοιμασία φαγητών για τις μεγάλες γιορτές, Χριστούγεννα, Πάσχα, ετοιμασία γάμου, ξάσιμο μαλλιού, ύφανση, κέντημα, γίνονταν τις περισσότερες φορές ομαδικά.


Από την οργάνωση των επαγγελματιών της πρώτης μετατουρκικής κοινωνίας δημιουργήθηκε η νέα αστική ζωή του Ελληνισμού, τόσο στην ίδια την οθωμανική κοινωνία όσο και στην άλλη, τη διεθνή. Τα δημιουργικά στοιχεία, όσο και τα παράγωγα από την οργάνωση σε συντεχνίες έχουν πολλαπλό ενδιαφέρον.



Λεπτομερείς ναυτιλιακές πληροφορίες για τη Σαντορίνη παρέχει ο Ελληνικός Πλοηγός 2ος τόμος και ιδιαίτερα ο χάρτης ελληνικής έκδοσης: ΧΕΕ-423/8, που αποτελεί τον λιμενοδείκτη του λιμένα της, καθώς και ο ΧΕΕ-423 που καλύπτει όλες τις ΝΑ. Κυκλάδες.


Αθλητισμός

Στο νησί υπάρχουν οι εξής αθλητικοί σύλλογοι:


Α.Ο. Θήρας, βόλεϊ

Αθλητική Ένωση Σαντορίνης (Α.Ε.Σ.), μπάσκετ, Τάε Κβον Ντο

Α.Σ. Σαντορίνη 2020, ποδόσφαιρο

Πανθηραϊκός Α.Ο. (Φηρά Σαντορίνης), ποδόσφαιρο

Α.Ο. Πύργου (Πύργος Σαντορίνης), ποδόσφαιρο

Α.Σ. Τάε Κβον Ντο Σαντορίνης Λέοντες

Πανιώνιος Γυμναστικός Σύλλογος Σαντορίνης


Ο Πανιώνιος Γυμναστικός Σύλλογος Σαντορίνης ιδρύθηκε το 1990 και αναγνωρίστηκε επίσημα στις 13 Ιανουαρίου 1992 από φίλους του Πανιωνίου που μένουν μόνιμα στη Σαντορίνη. Αρχικά είχε έδρα τον οικισμό Καμάρι, γι' αυτό έως το 1997 αναφερόταν ως Γ.Σ. Καμαρίου Θήρας «Πανιώνιος».


Έχει τα κυανέρυθρα χρώματα του Πανιωνίου της Σμύρνης.


Το τμήμα του Ταεκβοντό έχει λάβει 3 μετάλλια σε πανελλήνιους αγώνες ανδρών/γυναικών - εφήβων/νεανίδων, πολλούς διεθνείς αγώνες, συμμετοχές στην επίλεκτη ομάδα της ΕΤΑΝΕ και μια συμμετοχή στην εθνική Ελλάδος Εφήβων (Ζήκας Γεώργιος - Τυνησία 2018).


Διατηρεί ενεργά τα εξής αθλητικά τμήματα: μπάσκετ, που υπήρξε το αρχικό τμήμα του συλλόγου, ταεκβοντό και ενόργανης γυμναστικής. Παλαιότερα λειτούργησαν επίσης τμήματα στίβου και ποδοσφαίρου.


ΠΗΓΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Read More

Ο Σκορπιός το νησί του Αριστοτέλη Ωνάση

Αυγούστου 05, 2026 0

 Ο Σκορπιός είναι μικρό νησί του Ιονίου. Βρίσκεται στα ανατολικά της Λευκάδας, στα πρόσγεια του νοτίου στομίου του κόλπου Αλέξανδρου.


Ανήκει στο σύμπλεγμα των Πριγκηπονήσων και, μέσω αυτού, στο ευρύτερο σύμπλεγμα των των Τηλεβοΐδων νήσων. Διοικητικά ανήκει στον δήμο Μεγανησίου. Βόρεια του Σκορπιού βρίσκεται η νησίδα Σκορπίδι.


To 1963 ο Σκορπιός πωλήθηκε στον Έλληνα εφοπλιστή Αριστοτέλη Ωνάση, ο οποίος χρησιμοποίησε το νησί ως ιδιωτικό θέρετρο και τόπο κατοικίας. 


Ο εφοπλιστής ανακαίνισε τη βίλα που υπήρχε στο νησί από τον 19ο αιώνα, δίνοντάς της μάλιστα χαρακτηριστικό ροζ χρώμα, και κατασκεύασε λίγα ακόμη κτίρια, καθώς και ιδιόκτητο λιμάνι όπου για πολλά χρόνια ελλιμενιζόταν η θαλαμηγός του Χριστίνα.


 Στο νησί υπάρχει και το κοιμητήριο της οικογένειας Ωνάση, καθώς κοντά στο εκκλησάκι του βρίσκονται οι τάφοι του Αριστοτέλη Ωνάση, του γιου του Αλέξανδρου και της κόρης του Χριστίνας.




Μετά και τον θάνατο της Χριστίνας, τον Σκορπιό κληρονόμησε η κόρη της, Αθηνά Ρουσσέλ-Ωνάση, η οποία το 2013 εκμίσθωσε το νησί στην κόρη του Ρώσου μεγιστάνα Ντμίτρι Ριμπολόβλεβ, παρά το γεγονός ότι η διαθήκη του Ωνάση όριζε ότι το νησί πρέπει να παραχωρηθεί στο ελληνικό Δημόσιο. 





Η οικογένεια Ριμπολόβλεβ σκοπεύει να κατασκευάσει στο νησί πολυτελή καταλύματα και βίλες

ΠΗΓΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Read More

Τρίτη 4 Αυγούστου 2026

Η Μύκονος το γραφικό αλλά και κοσμοπολίτικο νησί του Αιγαίου Πελάγους

Αυγούστου 04, 2026 0

 Η Μύκονος είναι νησί του Αιγαίου Πελάγους και ανήκει στις Κυκλάδες. Πρωτεύουσα του νησιού είναι η Χώρα, που βρίσκεται στη δυτική πλευρά του νησιού. Η Μύκονος είχε πληθυσμό 10.704 άτομα στην απογραφή του 2021. Η έκταση του νησιού είναι 86,125 τ.χλμ., ενώ έχει μήκος ακτών 89 χιλιόμετρα. Η Μύκονος ήταν από τα πρώτα ελληνικά νησιά που αναπτύχθηκε τουριστικά. 


Ήδη από τη δεκαετία του 1960 συνέρρεαν μαζικά τουρίστες προς το νησί. Σήμερα η νυχτερινή ζωή της Μυκόνου θεωρείται από τις πιο ζωντανές και ενεργές στην Ευρώπη. Το πιο γνωστό σημείο του νησιού στη χώρα ονομάζεται μικρή Βενετία λόγω της ομοιότητας του με τη Βενετία.

Ο κάτοικος της Μυκόνου ονομάζεται Μυκόνιος ή Μυκονιάτης - Μυκονιάτισσα.


Μυθολογία και Αρχαιότητα

Κατά τη μυθολογία, το νησί πήρε το όνομα του ήρωα Μυκόνου, γιου του Αινίου του Καρύστου - γιός του Απόλλωνα - και της νύμφης Ροιούς της Ζάρυκος - κόρης του Διονύσου (κατά τον Στέφανο Βυζάντιο). Ο Μύκονος ήταν πατέρας της Ξανθίππης, η οποία τον έθρεψε με το δικό της μητρικό γάλα όταν ήταν φυλακισμένος για να μην να πεθάνει από ασιτία


Το νησί αποικήθηκε αρχικά από τους Αιγυπτίους, Ικάριους, Φοίνικες και Μινωίτες, κατόπιν από τους Ίωνες υπό την καθοδήγηση του Ιπποκλέους του Νήλου και πατέρα του Φοβίου ή Φορβίου. Οι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν στη Μύκονο και τον ποταμό Αχελώο, ανύπαρκτο σήμερα, και το όρος «Δίμαστον» που είναι δικόρυφο, ευρισκόμενο πάντως μεταξύ δύο όρων (Ανωμερίτη και Βορνιώτη). 


Αλλη μυθολογική παράδοση που στην αρχαία Μύκονο αναφέρεται στον φόνο των γιγάντων από τον Ηρακλή στο νησί αυτό (Στράβωνος Ί 487), από εκεί φαίνεται να προήλθε και η παροιμιώδης φράση: 


«Πάντες υπό μία Μύκονον» που αναφέρεται σε πολλά ανόμοια και ασυνάρτητα πράγματα που βρίσκονται σε μία κατηγορία  Ο Στράβωνας αναφέρει επίσης ότι οι Μυκόνιοι ήταν φαλακροί, ενώ άλλοι συγγραφείς υπερβάλλοντας αναγράφουν ότι παρέμεναν άτριχοι ήδη από τη βρεφική τους ηλικία. Οι αρχαίοι θεωρούσαν τους Μυκόνιους άπληστους και φιλοκερδείς αντίληψη που αντανακλάται στη φράση: «Μυκόνιος γείτων».


Στον όρμο της Φτελιάς, στη βόρεια ακτή του νησιού, πάνω σε χαμηλό λόφο έχει εντοπιστεί οικισμός της νεολιθικής εποχής. Τα παλαιότερα κτίσματα χρονολογήθηκαν στο 5.000 π.Χ., η θέση κατοικήθηκε για μερικούς αιώνες και εγκαταλείφθηκε στα μέσα της πέμπτης χιλιετίας π.Χ., περίπου την ίδια περίοδο που εγκαταλείφθηκε ο οικισμός στη νησίδα Σαλιάγκο. 


Ανάμεσα στα κτίρια του οικισμού ξεχωρίζει η Οικία Α, του τύπου του μεγάρου με δύο δωμάτια, με σωζόμενο ύψος 1,5 μέτρο και με τοίχους από πέτρα, το οποίο κτίστηκε κατά την πρώτη φάση του οικισμού. Την ίδια περίοδο χρονολογείται η Οικία Γ. Από τη δεύτερη φάση του οικισμού χρονολογείται το κτίριο Δ, το κτίριο F και το κτίριο Ε, ένα κυκλικό κτίριο το οποίο αλληλεπικαλύπτεται με το κτίριο Γ. 


Στο κτίριο Δ φαίνεται να λειτουργούσε εργαστήριο οψιανού. Στο κτίριο Ε βρέθηκαν πολύχρωμα αγγεία και ειδώλια. Τα κτίρια της νεότερης φάσης του οικισμού έχουν παχύτερους τοίχους, πιθανόν επειδή ήταν διώροφα.


Κατά τους ιστορικούς χρόνους η Μύκονος αναφέρεται σπάνια. Από τον Ηρόδοτο (ΣΤ΄118) αναφέρεται ως ορμητήριο του Πέρσου Δάτιδος το 490 π.Χ. Η Μύκονος έχει 2 κύρια μοναστήρια, το ένα στη σημερινή «Άνω Μερά» και στη θέση «Παλαιόκαστρο», ΝΔ της σημερινής πόλης. Οι Μυκόνιοι, που ανήκαν στη Δηλιακή Συμμαχία, κατέβαλλαν στους Αθηναίους συμμαχικό φόρο ενός ταλάντου.


 Λάτρευαν εκτός τις υπόλοιπες θεότητες του Πανελληνίου Δωδεκαθέου ιδιαίτερα τον Διόνυσο και τη μητέρα του Σεμέλη, τη Δήμητρα (Χλόη) και τον Ποσειδώνα, και προς τιμή τους τελούσαν πανηγυρικές γιορτές με θυσίες κάπρων, αμνών και κριών. 


Τα νομίσματα της Μυκόνου φέρουν τον Διόνυσο ολόσωμο με την κεφαλή του ή την κεφαλή του Ποσειδώνα. Η Μύκονος κατακτήθηκε από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία μαζί με τα υπόλοιπα νησιά, κατόπιν έγινε επαρχία των Βυζαντινών και διατήρησε τα έθιμα και την Ορθόδοξη θρησκεία τους μέχρι τις αρχές του 13ου αιώνα που κατακτήθηκε από τους Βενετούς.



Η Κωνσταντινούπολη κατακτήθηκε από τους Λατίνους που συμμετείχαν στην Δ΄ Σταυροφορία και δημιουργήθηκε η Λατινική Αυτοκρατορία (1204), τα επόμενα χρόνια οι Σταυροφόροι ξεκίνησαν την κατάκτηση των νησιών του Αιγαίου. 

Η Τήνος και η Μύκονος κατακτήθηκαν από τους αδελφούς Ανδρέα και Ιερεμία Γκίζι, ανήκαν στην επιφανή Οικογένεια Γκίζι από τη Βενετία και ήταν ανιψιοί του δόγη Ενρίκο Ντάντολο.


Ο Ανδρέας Γκίζι έγινε ο πρώτος Λατίνος κυβερνήτης του νησιού υπό την υψηλή κυριαρχία του Δούκα του Αρχιπελάγους Μάρκου Σανούδου (1207). Τον Ανδρέα Γκίζι διαδέχθηκε ο γιος του Βαρθολομαίος Α΄ Γκίζι (19 Μαρτίου 1277), λίγο πριν τον θάνατο του (1303) πήρε σαν δώρο την Κέα και τη Σέριφο που ανακατέλαβαν οι Βενετοί από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.


Οι Γκίζι κυβέρνησαν το νησί περίπου δυο αιώνες και τα μέλη της οικογένειας γνώρισαν μεγάλες διακρίσεις. Ο γιος του Βαρθολομαίου Α΄ Γεώργιος Α΄ Γκίζι έγινε μέσω του πρώτου γάμου του Βαρώνος της Χαλανδρίτσας στο Πριγκιπάτο της Αχαΐας (1286 - 1311) και Καστελάνος της Καλαμάτας (1292). Με τον δεύτερο γάμο του με την Αλίκη νταλε Κάρτσερι εξασφάλισε την Τριτημορία της Εύβοιας που κληρονόμησε ο γιος του Βαρθολομαίος Β΄ Γκίζι από τη μητέρα του (1313). 


Την περίοδο που κυβέρνησε τη Μύκονο ο Γεώργιος Α΄ Γκίζι το κάστρο του νησιού πυρπολήθηκε από τον Αραγώνιο ναύαρχο Ρουτζέρο ντι Λαούρια. Ο τελευταίος γόνος της Οικογένειας Γκίζι που κυβέρνησε τη Μύκονο ήταν ο Γεώργιος Γ΄ Γκίζι, με τον θάνατο του χωρίς απογόνους (1390) το νησί μεταβιβάστηκε στη Δημοκρατία της Βενετίας.


Ο τελευταίος άρχοντας της Τήνου Γεώργιος Γ΄ Γκίζι πέθανε το 1390 χωρίς απογόνους και κληροδότησε με τη διαθήκη του τα δύο νησιά που κυβερνούσε Τήνο και Μύκονο στη Δημοκρατία της Βενετίας (1390). 


Οι Βενετοί κυβέρνησαν τη Μύκονο μέχρι το 1537, το νησί δέχτηκε επίθεση εκείνη τη χρονιά από τον Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα, τον Ελληνικής καταγωγής ναύαρχο του Οθωμανού σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς. Η Μύκονος από τότε έπεσε στα χέρια των Τούρκων σε αντίθεση με τη γειτονική Τήνο που παρέμεινε στους Βενετούς περίπου δυο ακόμα αιώνες.



Χάρτης της Μυκόνου, Κριστόφορο Μπουοντελμόντι, 1420.


Η Μαντώ Μαυρογένους. Πορτραίτο στο Ναυτικό Μουσείο Αιγαίου Μυκόνου.


Έκτοτε αρχίζει η Τουρκοκρατία, κατά το πρώτο διάστημα της οποίας το νησί διώκεται από καπιτάνου και επιτροπής Χριστιανών, διατελούντων από τον Μπέη της Κω, μετά το 1669 δίνεται ως τιμή στους μεγάλους διερμηνείς της Πύλης, εισπράττοντας δια επιτροπής τους φόρους και έχοντας τους αντιπροσώπους αυτούς ως διοικητές. Μεταξύ αυτών των τιμαριούχων της Μυκόνου γνωστότεροι παρέμειναν οι Παναγιωτάκης Νικούσιος και Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος (1669-1709). Η Τήνος σε αντίθεση με τη Μύκονο παρέμεινε άλλους δυο αιώνες στα χέρια των Βενετών, ήταν το τελευταίο νησί του Αιγαίου που κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς (1718). 


Κατά την επανάσταση του Ορλώφ, η Μύκονος κατελήφθη από τους Ρώσους, οι οποίοι την είχαν στην κατοχή τους το διάστημα 1770-1774. Γενικά όμως κατά την Τουρκοκρατία η Μύκονος διαμορφώθηκε σε ναυτικό νησί και παρείχε στον οθωμανικό στόλο μια γαλέρα και πληρώματα. Κατά τους χρόνους εκείνους το νησί ήταν γεμάτο πειρατές και κουρσάρους, που αποτελούσαν φόβο των τριγύρω νησιών και των διερχομένων του Αιγαίου εμπορικών πλοίων.


Κατά τον Ιερό Αγώνα η Μύκονος πρωτοστάτησε ηρωικά με τα πλοία της, τα οποία ενώθηκαν με τα λοιπού στόλου υπό τον Τομπάζη και αντιστάθηκαν κατά των Τούρκων επανειλημμένως χάρη στην ηρωίδα Μαντώ Μαυρογένους. Κατ´ επανάληψη ο Τούρκος στόλαρχος επιχείρησε να αποβιβαστεί αλλά οι Μυκόνιοι απομάκρυναν τους Τούρκους σκοτώνοντάς τους ή και τραυματίζοντάς τους.


 Κατά το 1825, η Μύκονος υπέστη βιαιοπραγία από τον Αυστριακό ναύαρχο Παυλούκα με τη δικαιολογία ότι οι Μυκόνιοι είχαν διαπράξει πειρατική αταξία. Στην πραγματικότητα όμως αυτός ενήργησε με διαταγή της κυβέρνησής του κινούμενος εχθρικά κατά του Ελληνικού Αγώνα.

Σύγχρονη ιστορία

Το 1887 μετά το ναυάγιο του αγγλικού ατμόπλοιου VOLTA στα βόρεια παράλια του νησιού, αποφασίστηκε η κατασκευή του φάρου στη θέση «Βαρβούλακας» (σήμερα Αρμενιστής). Τελικά η Γαλλική Εταιρεία Φάρων ανέλαβε και ολοκλήρωσε την κατασκευή του έργου το 1891. Το ύψος του πέτρινου φάρου είναι 19 μέτρα και το εστιακό του ύψος είναι 184 μέτρα. 


Ο μηχανισμός του αρχικού φανού που ήταν κατασκευής SAUTER LEMONIER, βραβεύτηκε από τη Διεθνή Έκθεση των Παρισίων και λειτούργησε στην κορυφή του φάρου Αρμενιστή μέχρι το 1983. Από τότε εκτίθεται στο προαύλιο του Ναυτικού Μουσείου Αιγαίου που στεγάζεται σε ένα παραδοσιακό κυκλαδίτικο κτήριο του 19ου αιώνα, στο κέντρο της Μυκόνου, στη θέση Τρία Πηγάδια.


Το 1923 μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την ανταλλαγή πληθυσμών, εγκαθίστανται στο νησί οικογένειες Μικρασιατών προσφύγων οι οποίοι εμπλουτίζουν την κοινωνία και τον πολιτισμό του νησιού με νέα στοιχεία όπως την τεχνογνωσία ύφανσης που κατέστησε τη Μύκονο κέντρο υφαντικής.



Στα Αγγελικά έγινε αποκάλυψη μυκηναϊκού θολωτού τάφου του τέλους 15ου π.Χ. αιώνα., στην κορυφή του λόφου κοντά στο ξενοδοχείο Λύτρα. Ο τάφος είναι κυκλικός διαμέτρου 5,80 μ. σκαμμένος στο κάτω μέρος μέσα στο έδαφος και με εσωτερική επένδυση τοίχου με λιθοδομή που διατηρείται σε ύψος 4 μ. Ο θόλος που έχει καταρρεύσει είχε προστατευτική επιχωμάτωση. Εσωτερικά στο δάπεδο και σε ύψος 0,30 μ. διατηρείται μια κτιστή επιφάνεια σε σχήμα Π για την εναπόθεση των νεκρών. 


Ο θάλαμος έχει πρόσβαση από ένα δρόμο μήκους 14 μ. περίπου και πλάτους 2 μ. που κατευθύνεται από Ν προς Β. Όλα τα ταφικά αντικείμενα και κτερίσματα, πήλινα αγγεία, χρυσά κοσμήματα, σφραγιδόλιθοι από κρύσταλλο, εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο. Ο τάφος πιθανότατα κατέρρευσε τον 13ο αι. π.Χ. και εγκαταλείφθηκε γι' αυτό και δεν υπάρχουν μεταγενέστερα ίχνη σχετιζόμενα με τον τάφο. Νεκροταφείο υστερογεωμετρικών και αρχαϊκών χρόνων ανακαλύφθηκε στην περιοχή των Κάτω Μύλων.


Διβούνια

Στο ομώνυμο ακρωτήριο αποκαλύφθηκε μια σειρά από οικιστικά λείψανα που ξεκινούν από τους προϊστορικούς χρόνους με συνέχεια ως τη ρωμαϊκή περίοδο. Στη χερσόνησο Δίμαστο που χωρίζει τον όρμο Καλαφάτη στη Μύκονο από την παραλία Καλό Λιβάδι έχουμε ενδείξεις της πιθανής ύπαρξης άλλης μιας προϊστορικής πόλης. Άξια επίσκεψης είναι η Μαυροσπηλιά όπου βρέθηκαν πολλά εργαλεία και αντικείμενα της νεολιθικής εποχής. Μια μικρή εγκατάσταση στον λόφο πάνω από τα Καμπαναριά μάλλον ανήκει στις αρχές της 5ης χιλιετίας π.Χ. Στην Αναβολούσα και στο Παλιόκαστρο υπάρχουν οικισμοί των Πρωτοκυκλαδικών και Μεσοκυκλαδικών χρόνων αντιστοίχως.



Ερείπια του προϊστορικού οικισμού της Φτελιάς.


Η ανασκαφή άρχισε το 1995 ως σωστική και μετά από διακοπή δύο χρόνων συνεχίζεται σήμερα ως συστηματική από το Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Ο νεολιθικός οικισμός βρίσκεται στη Φτελιά Μυκόνου, στο μυχό του κόλπου του Πανόρμου (Εικ. 1) και βόρεια της οδού που οδηγεί στο χωριό Άνω Μερά. Η θέση είναι ακριβώς προσανατολισμένη στον βορρά και συνεπώς εκτεθειμένη στους ανέμους, πράγμα που θα καθιστούσε προβληματική τη διαβίωση σ' αυτήν το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου. 


Το γεγονός όμως δεν είναι ασυνήθιστο, καθώς νεολιθικές εγκαταστάσεις με παρόμοιο προσανατολισμό έχουν εντοπιστεί και σε άλλα νησιά των Κυκλάδων, όπως στην Κεφάλα Κέας, στο Σάλιαγκο της Αντιπάρου, στην Γκρόττα Νάξου, σε αρκετές θέσεις της Κύθνου και αλλού.


Από την αρχή της έρευνας άρχισαν να έρχονται στο φως κτηριακά λείψανα ενός μεγάλου προϊστορικού οικισμού. Οι παχιές επιχώσεις 1.60-2.30 μ. έχουν διασώσει τέσσερις οικοδομικές φάσεις, από τις οποίες διατηρείται καλύτερα η παλαιότερη. Στις τελευταίες ανασκαφικές περιόδους (2002, 2003) ανεσκάφη το μεγαλύτερο μέρος ενός κτηρίου με τοίχους ύψ. 1.50 μ. που έχει το σχήμα του «μεγάρου», ενώ βρέθηκαν αψιδωτά κτήρια και δύο στρογγυλά κτίσματα με ύψος 1.80 μ. που πιθανώς χρησιμοποιούνταν ως σιτοβολώνες (granaries). 



Παρόμοια κτήρια είναι ασυνήθιστα στη νεολιθική περίοδο, η διατήρησή τους μάλιστα σε τέτοιο ύψος δεν έχει άλλο προηγούμενο στο Αιγαίο. Γεωμορφολογικές έρευνες έχουν δείξει ότι η Φτελιά ήταν μία οικιστική εγκατάσταση, εκτάσεως 7-8 στρεμμάτων, που ήκμασε κατά τη Νεότερη Νεολιθική Ι και αποδεικνύεται σύγχρονη με τον γνωστό νεολιθικό οικισμό του Σάλιαγκου της Αντιπάρου. Μία σειρά από ραδιοχρονολογίες προσδιορίζουν την κατοίκηση στον χώρο από το 5100 μέχρι το 4500 περίπου π.Χ.


Μέσα στα κτήρια βρέθηκαν θραύσματα κεραμικής αλλά και δεκάδες ακέραια αγγεία, που παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία ως προς την ποιότητα της επιφάνειας και τα σχήματα. 


Σε ένα τοπικό εργαστήριο φαίνεται ότι ανήκουν χιλιάδες θραύσματα αγγείων με διακόσμηση από επίθετο λευκό και κόκκινο χρώμα που τοποθετείται μετά το ψήσιμο στη μαύρη στιλβωμένη επιφάνεια του αγγείου εξωτερικά και εσωτερικά. Εκτός από τα κεραμεικά ευρήματα βρέθηκαν σε εκπληκτική αφθονία και εργαλεία από οψιανό, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζουν πολλές δεκάδες αιχμών βελών και δοράτων άριστης ποιότητας που δείχνουν ιδιαίτερη εξειδίκευση στο κυνήγι. 


Παρόμοιες αιχμές βελών έχουν βρεθεί στο Σάλιαγκο της Αντιπάρου, αλλά και στη θέση Μαύρη Σπηλιά που δεν απέχει πολύ από τη Φτελιά. Το πλήθος πάντως των απολεπισμάτων που συνελέγησαν τόσο από την επιφάνεια όσο και από τα στρώματα της ανασκαφής, καθώς και πολλοί πυρήνες οψιανού καθιστούν σαφές ότι γινόταν επί τόπου η κατεργασία του υλικού που ερχόταν από τη Μήλο. Σε ένα δωμάτιο διαπιστώθηκε ότι υπήρχε χώρος εργαστηρίου.


Εντυπωσιακά ευρήματα είναι τα δύο γυναικεία πήλινα ειδώλια που βρέθηκαν σε μικρό βάθος από την επιφάνεια. Το ένα είναι μικρό, του γνωστού στεατοπυγικού τύπου, χαρακτηριστικού της νεολιθικής περιόδου σε όλη την Ελλάδα, ενώ το άλλο έχει ύψος τουλάχιστον 0.30μ. και είναι τελείως ασυνήθιστο. Έχει μακρύ κυλινδρικό λαιμό που απολήγει σε ωοειδές κεφάλι, λοξό προς τα πίσω, τριγωνικό σώμα που φέρει δύο κομβιόσχημες αποφύσεις στη θέση των μαστών και αμυδρή βάθυνση στο σημείο του αφαλού και παχείς στεατοπυγικούς γλουτούς.


Η μικρή ποσότητα οστρέων και ψαριών καθιστά προφανές ότι οι κάτοικοι του οικισμού ήταν κυρίως προσανατολισμένοι στην καλλιέργεια της γης, τη βόσκηση ζώων και το κυνήγι και όχι τόσο στο ψάρεμα.


Λείψανα της νεολιθικής εποχής εντοπίστηκαν και σε λόφους ανατολικά της Φτελιάς, αλλά και σε άλλα σημεία του νησιού, πράγμα που δείχνει ότι η κατοίκηση ήταν πυκνή από πολύ πρώιμη εποχή.

Γεωγραφία

Γενικά η Μύκονος έχει σχήμα ακανόνιστου τριγώνου που διακόπτεται από μικρούς ορμίσκους, κυριότεροι των οποίων είναι ο Πάνορμος προς Β., ο Τούρλος προς Δ., όπου και ο κύριος λιμένας και η Χώρα (πρωτεύουσα). Κυριότερα ακρωτήρια της Μυκόνου είναι η Αληγόμαντρα (ΝΔ.) ο Αρμενιστής (ΒΔ.), και το Ευρύ (Α.) απέναντι από το Δραγονήσι. Σε απόσταση 2 μίλια ΝΔ. της νήσου βρίσκεται η ιστορική Δήλος και δυτικότερα αυτής η Ρήνεια που μαζί με άλλες βραχονησίδες, όλες ακατοίκητες, υπάγονται διοικητικά στη Μύκονο.


Το έδαφος της Μυκόνου είναι επί το πλείστον πετρώδες και ελάχιστα ομαλό. Υφίστανται μόνο δύο βουνά, αμφότερα δίκορφα μετρίου ύψους: ο Ανωμερίτης (ανατολικά) και ο Βορνιώτης (βόρεια). Και των δύο η υψηλότερη κορυφή τους λέγεται «Προφήτης Ηλίας». Η Μύκονος στερείται δασών και παρουσιάζει λίγη φυτεία με αντίστοιχη περιορισμένη καλλιέργεια κυρίως σε σιτάρι, σταφύλια και σύκα. 



Έχει πολλούς χείμαρρους και κανέναν ποταμό. Υφίσταται μόνο μια πηγή παρά τη θέση της Μονής Τουρλιανής. Η ύδρευση παλαιότερα γινόταν από πηγάδια. Σήμερα οι ανάγκες υδροδότησης καλύπτονται από το εργοστάσιο αφαλάτωσης, που λειτουργεί στην περιοχή του Κόρφου, και από τα δύο φράγματα, του Μαραθιού και της Μαούς.


Το υπέδαφος της Μυκόνου έχει χαρακτηριστεί πλούσιο σε κοιτάσματα μαγγανιούχου σιδήρου, χαλκού, και γαληνίτη, πλην όμως παραμένουν ανεκμετάλλευτα. Κυριότερα γεωργικά προϊόντα είναι κριθάρι, σταφύλια και σύκα, καθώς και η περιορισμένη κτηνοτροφία. Χαρακτηριστικό είναι το τυρί της Μυκόνου, η γνωστή «κοπανιστή» με πικάντικη καυτερή γεύση. Ένα, επίσης, τοπικό τυρί είναι η τυροβολιά (ή τ'ροβολιά στο μυκονιάτικο ιδίωμα), ανάλατο τυρί με το οποίο γίνεται το ξινότυρο και οι παραδοσιακές πίτες, μελόπιτα και κρεμμυδόπιτα. Παλαιότερα η Μύκονος ήταν σπουδαίος κυνηγότοπος για ορτύκια και τρυγόνια. Επίσης οι κάτοικοι ασχολούνται και με την αλιεία, που δεν καλύπτει τις ανάγκες της νήσου.


Πανοραμική εικόνα του λιμανιού της Χώρας Μυκόνου.


Η Μύκονος παρουσιάζει ένα θερμό ημίξηρο κλίμα στέπας με έντονα μεσογειακά στοιχεία. Εμφανίζει πολύ ήπιους χειμώνες και δροσερά καλοκαίρια λόγω των μελτεμιών που πνέουν σχεδόν συνέχεια στο Αιγαίο κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.


Παναγία Παραπορτιανή στη Μύκονο.


Αρχικά η Μύκονος αποτελούσε τμήμα της Επισκοπής της Δήλου. Όταν όμως παρήκμασε η επισκοπή αυτή, προσαρτήθηκε στην επισκοπή Τήνου. Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας η Μύκονος ακολούθησε εκκλησιαστικά την τύχη των άλλων νήσων των Κυκλάδων.


 Συγκεκριμένα, όταν η Μύκονος καταλήφθηκε από τους Γκίζη, ιδρύθηκε η λατινική επισκοπή Μυκόνου που διατηρήθηκε έως το 1449, όταν ο Πάπας Νικόλαος Ε΄ λόγω έλλειψης καθολικών πιστών ένωσε την επισκοπή αυτή με εκείνη της Τήνου, υπό τον τίτλο Επισκοπή Τήνου και Μυκόνου. 

Το 1537 με την κατάληψη από τους Τούρκους (1537), το Οικουμενικό Πατριαρχείο ανασύνταξε τη Μητρόπολη Παροναξίας, στην οποία και τέθηκε εξαρχικά μέχρι το 1646, οπότε αποσπάσθηκε και αποτέλεσε τμήμα της επισκοπής Σίφνου και Μήλου. 


Σε αυτήν παρέμεινε μέχρι το 1833, οπότε και συγχωνεύτηκε με την επισκοπή Κυκλάδων. Σήμερα υπάγεται στην Ιερά Μητρόπολη Σύρου Τήνου και Άνδρου.


Το νησί κοσμείται από το Μοναστήρι της «Παναγίας της Τουρλιανής στην Άνω Μερά, όπου φυλάσσεται η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Τουρλιανής. Στη Χώρα της Μυκόνου λειτουργούν οι ναοί: «Μεγάλη Παναγιά» ή «Μητρόπολη», η Αγία Κυριακή και η Παναγία γη Πανάχραντος ή «Πανάχρα» ενώ σε όλο το νησί υπάρχουν πάνω από 500 εκκλησίες και ξωκλήσια «ένα για κάθε μέρα του χρόνου» όπως λένε οι ντόπιοι.



Ο Ναός της Παναγίας Παραπορτιανής.


Ο Πίθος της Μυκόνου, πιθαμφορέας του 7ου π.Χ. αι., με παραστάσεις από τον Τρωικό Πόλεμο. Στην κεντρική σύνθεση παριστάνονται Αχαιοί πολεμιστές με τον Δούρειο Ίππο.


Αρχαιολογικό Μουσείο Μυκόνου

Κτίσθηκε το 1902, για να στεγάσει τα ευρήματα του 426/5 π.Χ. από τη Ρήνεια. Το αρχικό νεοκλασικό κτήριο πήρε τη σημερινή «νησιώτικη» μορφή του το 1934, ενώ το 1972 προστέθηκε η μεγάλη ανατολική αίθουσα. 


Από τα ευρήματα της Μυκόνου, εντυπωσιάζει ιδιαίτερα ο μεγάλος ‘Πίθος της Μυκόνου’ (πιθαμφορέας από τηνιακό εργαστήριο, του 7ου π.Χ. αι.), με τις πλούσιες ανάγλυφες παραστάσεις του από τον Τρωικό Πόλεμο, κατανεμημένες σε ζώνες (σε κεντρική σύνθεση παριστάνονται οι Αχαιοί πολεμιστές με τον Δούρειο Ίππο). 


Στο αρχαιολογικό μουσείο φιλοξενούνται κατά καιρούς εκθέσεις, όπως η έκθεση Vanity, μια διακυκλαδική έκθεση που εγκαινιάστηκε το καλοκαίρι του 2016 με αντιπροσωπευτικά δείγματα κοσμημάτων που έχουν βρεθεί στις Κυκλάδες από τα νεολιθικά χρόνια έως και σήμερα και πιο πρόσφατα την έκθεση The Palace at 4 a.m., μία ομαδική έκθεση σύγχρονη τέχνης που περιλαμβάνει δεκατρείς καλλιτέχνες από διαφορετικές χώρες, το έργο των οποίων αντιπαρατίθεται με τη μόνιμη συλλογή του Μουσείου. Η έκθεση The Palace at 4 a.m. εγκαινιάστηκε τον Μάιο του 2019 και παρουσιάστηκε σε συνεργασία με την Εφορεία Αρχαιοτήτων Κυκλάδων του Υπουργείου Πολιτισμού, σε ανάθεση και διοργάνωση από τον Οργανισμό ΝΕΟΝ.


Ναυτικό Μουσείο Αιγαίου

Σκοπός του Μουσείου είναι η διατήρηση, προβολή και μελέτη της ελληνικής ναυτικής ιστορίας και παράδοσης, και ειδικότερα η εξέλιξη και δραστηριότητα του εμπορικού πλοίου, κυρίως στoν ιστορικό χώρο του Αιγαίου.


Λαογραφικό Μουσείο Μυκόνου

Βρίσκεται στη θέση Κάστρο, κοντά στην Παραπορτιανή και στεγάζεται σε παλιό διώροφο καραβοκυραίικο σπίτι. Το Λαογραφικό Μουσείο Μυκόνου έχει και τα εξής παραρτήματα: -Το «Σπίτι της Λένας» Πρόκειται για ένα αντιπροσωπευτικό μεσοαστικό ισόγειο σπίτι του περασμένου αιώνα στην περιοχή Τρία Πηγάδια στη Χώρα της Μυκόνου. -Αγροτομουσείο-Μύλος του Μπόνη Είναι ένα υπαίθριο μουσείο που παρουσιάζει τις παραδοσιακές αγροτικές εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούσαν στη Μύκονο για την παραγωγή και μεταποίηση των αγροτικών προϊόντων (αλώνι, φούρνος, πηγάδι, πατητήρι κ.λ.π.), με επίκεντρο τον παλιό Μύλο του Μπόνη σε κατάσταση πλήρους λειτουργίας.


Εκπαίδευση

Στη Μύκονο λειτουργούν σήμερα 5 νηπιαγωγεία εντός του Δήμου, 3 Δημοτικά, 2 Γυμνάσια (ένα στη Χώρα και ένα στην Άνω Μερά) και 2 Λύκεια (ένα Γενικό και ένα Επαγγελματικό). Επίσης λειτουργεί ένα ιδιωτικό σχολείο.


Δημοτική βιβλιοθήκη

Η Δημοτική Βιβλιοθήκη Μυκόνου ιδρύθηκε τον Αύγουστο του 1957 με πρωτοβουλία και δωρεά του Ιωάννη Μελετόπουλου, πρώην εφόρου του Ιστορικού και Εθνολογικού Μουσείου Αθηνών και στεγάζεται στην οικία Ιγγλέση στο ιδιόκτητο πλέον οίκημα που παραχωρήθηκε στον Δήμο.


Η συλλογή της αφορά όλα τα θεματικά πεδία και το φάσμα της ανθρώπινης γνώσης όπως Ελληνική λογοτεχνία, Θρησκεία, Ιστορία, Ποίηση, Θέατρο, Αρχαιολογία, Τέχνη κ.ά. καθώς και θέματα που αφορούν τη Μύκονο και τις Κυκλάδες και αποτελούν πολιτιστική κληρονομιά για τη χώρα. 


Το σημαντικότερο τμήμα αποτελεί το «Ιστορικό Αρχείο Μυκόνου», το οποίο περιλαμβάνει έγγραφα και χειρόγραφα των προηγούμενων αιώνων σχετικά με την ιστορία του νησιού και των Κυκλάδων, σπάνιες και πολύτιμες εκδόσεις, φωτογραφίες και έγγραφα με την αλληλογραφία της ηρωίδας του 1821 Μαντώ Μαυρογένους. 


Το τμήμα αυτό είναι κλειστό προς το κοινό με εξαίρεση τη μελέτη και έρευνα επάνω στα έγγραφα που αφορούν την ιστορία του νησιού. 


Επιπρόσθετα, έχει στην κατοχή της μια μοναδική συλλογή νομισμάτων και σφραγίδων των Κυκλάδων, παλιές γκραβούρες και χάρτες και επιπλέον, διαθέτει μεγάλη συλλογή από παλιό πληροφοριακό υλικό, που αποτελείται από Εγκυκλοπαίδειες και λεξικά.


ΠΗΓΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Read More
ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ
ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑ - ΚΟΣΜΟΣ
ΠΡΟΣΩΠΑ
ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ - ΠΟΙΗΣΗ
ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ
ΠΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ