Το Ηράκλειο κάποτε ήταν γεμάτη μικροπωλητές που πουλούσαν την πραμάτεια τους στους περαστικούς και οι φωνές τους ακούγονταν όλη μέρα στους δρόμους της πόλης.
Οι πλανόδιοι μικροπωλητές πήγαιναν από γειτονιά σε γειτονιά προκειμένου να εφοδιάσουν τα σπίτια με τα απαραίτητα αγαθά. Οι πιο πολλοί ήταν οι γαλατάδες, οι μανάβηδες και οι αυγουλάδες αλλά κάποιοι από αυτούς πουλούσαν σφουγγάρια.
Οι εφημεριδοπώλες δρόμου
Είναι οι πλανόδιοι πωλητές που περιφέρονταν πεζοί ή με ποδήλατο για να πουλήσουν έντυπα και εφημερίδες
Αποτελώντας ένα από τα πιο ιστορικά επαγγέλματα, οι εφημεριδοπώλες ήταν γνωστοί για τη δυνατή τους φωνή και την άμεση επαφή με το κοινό. Σήμερα, το επάγγελμα έχει πληγεί σημαντικά εξαιτίας της κρίσης του έντυπου τύπου και της ραγδαίας μείωσης των σημείων πώλησης.
Ο εφημεριδοπώλης ήταν ο πλανόδιος πωλητής που το επάγγελμα του ήταν να πουλάει έντυπα, κυρίως εφημερίδες, εξ ου και η ονομασία του επαγγέλματος. Οι εφημεριδοπώλες, όπως & οι λούστροι, παλαιότερα τουλάχιστον, ήταν ως επί το πλείστον παιδιά ή έφηβοι.
Ο εφημεριδοπώλης πουλούσε εφημερίδες που έπαιρνε από το Πρακτορείο Διανομής Τύπου, περιφερόμενος σε όλους τους δρόμους και τα πολυσύχναστα μαγαζιά (καφενεία, ταβέρνες κλπ) της γειτονιάς πεζός έχοντας τις εφημερίδες στη μασχάλη ή με ποδήλατο, όπως ο ταχυδρόμος της ίδιας εποχής, έχοντας τις εφημερίδες σε τσάντα που του έδινε η εκδότρια εταιρεία, την οποία συνήθως κρατούσε στον ώμο. Αρκετοί όμως, προτιμούσαν στέκι και πάγκο, όπου γινόταν πώληση όχι μόνο των εφημερίδων, αλλά και διάφορων περιοδικών.
Αξιοσημείωτο είναι ότι ενώ οι προηγούμενες μορφές του εφημεριδοπώλη έχουν εκλείψει εντελώς, η τελευταία παραμένει με σκοπό, τα τελευταία χρόνια, την πώληση όχι μόνο του ελληνικού, αλλά & του ξένου τύπου. Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι πολλές διάσημες προσωπικότητες ξεκίνησαν έτσι, με αυτό το επάγγελμα.
Ο Κουλουρτζής ή κουλουράς ή σιμιτζής
Είναι ένας υπαίθριος μικροπωλητής ο οποίος πουλάει κουλούρια (στα Τούρκικα «σιμίτ»).
Στην Ελλάδα και στην Τουρκία, οι κουλουρτζήδες συχνάζουν σε μέρη όπου περνά πολύς κόσμος, συνήθως σε κεντρικά σημεία πόλεων, για να πουλήσουν τα κουλούρια τους.
Μεταφέρουν τα κουλούρια είτε σε μεγάλα καλάθια, είτε σε τάβλες πάνω στις οποίες είναι τακτοποιημένα τα κουλούρια και τα πωλούν είτε κατευθείαν από αυτά είτε από γυάλινες, τροχήλατες προθήκες, όπως φαίνεται στις εικόνες.
Ο κουλουρτζής, όπως και ο καστανάς, είναι ένας από τους λίγους πλανόδιους που δεν έχουν εκλείψει σήμερα, όπως ο λούστρος, ο στραγαλατζής, ο παγοπώλης, ο παγωτατζής, ο εφημεριδοπώλης, ο λεμοναδοπώλης κλπ , που αν ήδη δεν έχουν εκλείψει, τείνουν να εκλείψουν.
Το κύριο εμπόρευμά τους είναι το κουλούρι Θεσσαλονίκης, με δακτυλιοειδές σχήμα και πολύ σουσάμι. Χαρακτηριστική είναι η προτροπή των κουλουρτζήδων («Φρέσκα ξεροψημένα κουλούρια») για να αγοράσει κανείς το προϊόν τους, καθώς και η μεταφορά με το κεφάλι, όταν έχουν τα κουλούρια σε τάβλα.
Ο παγωτατζής ή παγωτάς
Ηταν πλανόδιος πωλητής παγωτών & υπήρχε ως τη δεκαετία του 1970 κυρίως σε αστικά κέντρα. Αυτό το επάγγελμα ακόμα υπάρχει, απλά έχει αλλάξει λίγο.
Ο παγωτατζής (παγωτάς) πουλούσε παγωτό στεκόμενος σε πολυσύχναστα σημεία ή περιφερόμενος στις γειτονιές, καθώς εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν καταψύκτες στα περίπτερα, όπως σήμερα. Ήταν από τους «γραφικούς» πλανόδιους πωλητές.
Για να ξεχωρίζει και να διακρίνεται στο πλήθος προκειμένου να έλκει πελατεία, φορούσε χαρακτηριστική άσπρη μπλούζα και καπέλο πολλές φορές παρόμοιο με του μάγειρα, για τον ίδιο λόγο (να μην πέφτουν τρίχες απ΄ το μαλλί του στο παγωτό). Το παγωτό που πουλούσε ήταν το πλέον γνωστό παγωτό-χωνί, ή αλλιώς χωνάκι. Σαν γεύση, επικρατούσε αρχικά το καϊμάκι.
Χρησιμοποιούσε για την δημιουργία, την διατήρηση και την μεταφορά του παγωτού τροχήλατη προθήκη με ψύξη, χειροκίνητη ή συνδυασμένη με τρίκυκλο ποδήλατο. Εμφανιζόταν προς το τέλος της άνοιξης, κατά το καλοκαίρι, ενώ από το φθινόπωρο και μετά ασκούσε άλλο επάγγελμα.
Σήμερα, με την ανάπτυξη της τεχνολογίας, ο παγωτάς έχει σχεδόν εκλείψει και στη θέση του πλέον βρίσκονται οι καταψύκτες των περιπτέρων.
Οι πραματευτάδες
Διαλαλούσανε κατά καιρούς την πραμάτεια τους στο χωριό ήταν πολλοί και διάφοροι.
Όπως αναφέρει το σάιτ https://www.e-thrapsano.gr/
Όμως εκείνος που, με την διαχρονικότητα, την γραφική παρουσία και το πηγαίο του χιούμορ, έχει μείνει χαραγμένος στη θύμηση σε πολές γενιές κατοίκων του Θραψανού δεν είναι άλλος απο τον κυρ-Γιάννη το Δαμιανό (Δαμιανάκη) απο τους Αποστόλους.
Το κουδούνι του ακόμα ηχεί στα αυτιά μας σαν να μην έχει περάσει ούτε μία μέρα από τότε που για τελευταία φορά πέρασε από το χωριό.
Θα έλεγα ότι αποτελεί αναπόσπαστη παρουσία στην αλυσίδα της πλούσιας λαϊκής παράδοσης του χωριού μας.
Οι γυναίκες που τους είχε και ιδιαίτερη αδυναμία καθώς αποτελούσαν την πελατεία του, ακόμα διηγούνται τα χωρατά και τα πειράγματα που τους έλεγε ενώ οι ανέκδοτες ιστορίες που περνούν απο στόμα σε στόμα φανερώνουν την αυθεντική λαϊκή του παρουσία αλλά και την ετοιμολογία του.
Πριν ακόμα στρίψει από την γωνία και κάνει την εμφάνισή του στο σοκάκι, άκουγες το κουδούνι αλλά και τις φωνές που έβαζε στα γαϊδουράκια που τα είχε φορτωμένα με ξύλινα κασόνια γεμάτα πραμάτεια και τα καθοδηγούσε με τη βέργα του.
Κουβαρίστρες βελονάκια ψιλικά λογιώ, λογιώ..., λές και το τραγούδι ήταν γραμμένο στα μέτρα του.
Άραγε πόσα "προυκιά" να έχουνε κεντηθεί απο τις κλωστές και τα χάσικα υφάσματα του κυρ-Γιάννη.
Εχοντας να τον δώ πάρα πολλά χρόνια, είχα την τύχη να τον συναντήσω πεζό όπως πάντα παρέα με τα ζωντανά του, σε μεγάλη ηλικία πλέον, και να προλάβω να τον φωτογραφίσω στα μέσα της διαδρομής απο τον Αρχάγγελο για το Μουχτάρο καθώς και να τον κεράσω ένα τσιγάρο για τον δρόμο, τον ατέλειωτο δρόμο, που ακολουθούσε ακούραστα μέχρι το τέλος της ζωής του.
Ο φετσολάδας (ή φετσάς)
Ηταν παραδοσιακός πλανόδιος έμπορος της ελληνικής υπαίθρου, ιδιαίτερα γνωστός στην Κρήτη.
Το επάγγελμα συνίστατο στη συλλογή απορριμμάτων λαδιού, τα οποία αντάλλασσε κυρίως με είδη καθαρισμού.
Ο φετσολάδας συγκέντρωνε:
Τηγανόλαδα: Το χρησιμοποιημένο λάδι από τα νοικοκυριά.
Μούργα: Τα κατακάθια του λαδιού από τον πυθμένα των πιθαριών.
Αγοράζε επίσης ανεπεξέργαστα δέρματα αμνοεριφίων και κερί μέλισσας.Ο τρόπος συναλλαγής. Γέμιζε το εμπόρευμά του σε δοχεία, τα οποία άδειαζε σε βαρέλια που κουβαλούσε μαζί. Ως αντάλλαγμα («ανταποδοτικό») έδινε στις νοικοκυρές κυρίως πράσινο σαπούνι.
Με το πέρασμα των δεκαετιών, το επάγγελμα αυτό εξελίχθηκε και, αντί για σαπούνι, έδιναν σύγχρονα απορρυπαντικά και χλωρίνη. Πηγές που τεκμηριώνουν τις πληροφορίες περιλαμβάνουν την καταγραφή του επαγγέλματος από εκπαιδευτικούς φορείς και σχετικές λαογραφικές μαρτυρίες στο αρχείο προφορικής ιστορίας.
Ο νερουλάς ή νεροκόπος
Ηταν πλανόδιος πωλητής νερού και αναλάμβανε την τροφοδότηση των σπιτιών, σε πόλεις ή χωριά, που δεν είχαν δική τους προμήθεια.
Στην παλιά Αθήνα του 19ου αιώνα όπου δεν υπήρχε ακόμα ύδρευση στα σπίτια, αναλάμβανε την τροφοδότησή τους με νερό που προμηθευόταν από τον Υμηττό και κουβαλούσε με γαϊδούρι, μουλάρι ή κάρο.
Έκανε πολλά κοπιαστικά δρομολόγια και αμειβόταν περίπου 1 δεκάρα τον τενεκέ. Υπήρχε συνήθως ένας νερουλάς σε κάθε γειτονιά και είχε σταθερή πελατεία. Ο Σπύρος Λούης, καθώς και ο πατέρας του, ασκούσαν αυτό το επάγγελμα στο Μαρούσι.
Το επάγγελμα αυτό εκτοπίστηκε ταχύτατα με την ίδρυση της ΟΥΛΕΝ -κατόπιν ΕΕΥ (1974-1980) & σήμερα ΕΥΔΑΠ- το 1930.











Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου