12 Ιανουαρίου 1932 γεννήθηκε η Τζένη Καρέζη - Κρήτη πόλεις και χωριά
ΣΑΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026

12 Ιανουαρίου 1932 γεννήθηκε η Τζένη Καρέζη

 Η Ευγενία Καρπούζη (Αθήνα, 12 Ιανουαρίου 1932 - Αθήνα, 26 Ιουλίου 1992, γνωστή με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Τζένη Καρέζη, ήταν μία από τις δημοφιλέστερες Ελληνίδες ηθοποιούς του θεάτρου και του κινηματογράφου, με σημαντική αντιδικτατορική δράση, αλλά και σημαντική θεατρική επιχειρηματίας.


Υπήρξε ένα από τα εμπορικότερα και πιο ακριβοπληρωμένα ονόματα του κινηματογράφου και του θεάτρου.


Ο πατέρας της, Κωνσταντίνος Καρπούζης, ήταν γυμνασιάρχης και μαθηματικός με καταγωγή από το Μεσολόγγι και η μητέρα της, Θεώνη Καρπούζη (το γένος Λάφη), δασκάλα. Πέρασε τα σχολικά της χρόνια πρώτα στη Θεσσαλονίκη, εσωτερική στην «Ελληνογαλλική Σχολή Καλαμαρί» και κατόπιν στην Αθήνα, στην Ελληνογαλλική Σχολή «Άγιος Ιωσήφ».


Ως μαθήτρια έπαιξε στο έργο «Αντιγόνη» του Σοφοκλή στο θέατρο Rex, σε μια παράσταση των τελειοφοίτων της Σχολής «Άγιος Ιωσήφ». Αποφοίτησε από τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου για να πρωταγωνιστήσει επί τέσσερις δεκαετίες στο θέατρο και τον κινηματογράφο.



1951-1954: Τα χρόνια της σχολής

Η Τζένη Καρέζη, παρά την αρνητική στάση του πατέρα της, κατάφερε και μπήκε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου το 1951. Δάσκαλοι της ήταν οι Δημήτρης Ροντήρης (ο οποίος ήταν και διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου), Άγγελος Τερζάκης, Γεώργιος Παππάς, Έλεν Τσουκαλά, Κωστής Μιχαηλίδης, Πέλος Κατσέλης κ.ά.


Συμμαθητές της ήταν μεταξύ άλλων οι Ρίκα Διαλυνά, Πέτρος Λοχαϊτης, Κώστας Κοκκάκης, Αλίκη Βουγιουκλάκη και Δημήτρης Παπαμιχαήλ. Αποφοίτησε από την Δραματική Σχολή το 1954 με άριστα.


1955-1972: Η καθιέρωση

Τον Οκτώβριο του 1954 έκανε την πρώτη της εμφάνιση στο θέατρο, στο έργο «Ωραία Ελένη», δίπλα στη Μελίνα Μερκούρη και τον Βασίλη Διαμαντόπουλο. Την ίδια χρονιά έπαιξε πλάι στην Κατίνα Παξινού στο έργο του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα «Το Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα».


Το 1955 πρωτοεμφανίζεται στον κινηματογράφο, συμμετέχοντας -ως πρωταγωνίστρια μάλιστα- στην ταινία «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο». Η ταινία σημείωσε μεγάλη επιτυχία, κάτι που έδωσε το έναυσμα να γυριστεί και η συνέχειά της, το Λατέρνα, φτώχεια και γαρίφαλο το 1957. Η ταινία αυτή αποτέλεσε το πρώτο σίκουελ στον Ελληνικό κινηματογράφο.


Στο Εθνικό Θέατρο έμεινε μέχρι το 1959. Από το 1960 στράφηκε στο ελεύθερο θέατρο, συγκροτώντας θιάσους με όλα σχεδόν τα διάσημα ονόματα του ελληνικού θεάτρου, όπως ενδεικτικά τον Κώστα Μουσούρη. Παράλληλα με την εμπορική άνθιση του Ελληνικού κινηματογράφου, η Τζένη Καρέζη καθιερωνόταν ως μια από τις μεγαλύτερες σταρ της Ελλάδας. Ο Τύπος της εποχής την έχρισε ως «το αντίπαλον δέος» της Αλίκης Βουγιουκλάκη. Ωστόσο η μεγαλύτερη δύναμη της Καρέζη βρισκόταν πάντα στο θέατρο, ενώ αντίθετα της Αλίκης στον κινηματογράφο.


Στον κινηματογράφο γύρισε συνολικά 33 ταινίες. Το 1958 πρωταγωνίστησε στην ταινία του Γιώργου Ζερβού Η λίμνη των πόθων, η οποία διακρίθηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Κορκ στην Ιρλανδία, παίρνοντας το αργυρό μετάλλιο. Την επόμενη χρονιά έπαιξε στην ταινία Το νησί των γενναίων, στο οποίο ερμήνευσε αξέχαστα το τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι «Μην τον ρωτάς τον ουρανό». Το 1960 μετέφερε τη μεγάλη της θεατρική επιτυχία Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος στον κινηματογράφο, σε σκηνοθεσία Γιάννη Δαλιανίδη και με συμπρωταγωνιστές τους Διονύση Παπαγιαννόπουλο και Ντίνο Ηλιόπουλο.


Το 1963 ήταν μια χρονιά σταθμός για την κινηματογραφική της καριέρα. Πρωταγωνίστησε στην ταινία του Βασίλη Γεωργιάδη «Τα κόκκινα φανάρια». Η ταινία ήταν υποψήφια για το Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας στην 36η απονομή τον Απρίλιο του 1964, ενώ έλαβε μέρος και στο Διεθνές Φεστιβάλ των Καννών την άνοιξη του 1964. Η τεράστια επιτυχία της ταινίας έκανε τον Φιλοποιμένα Φίνο να την εντάξει στην εταιρία του Φίνος Φίλμ, ως αδιαμφισβήτητη σταρ. Με την επιστροφή της στη Φίνος Φιλμ η Καρέζη γύρισε τις δραματικές ταινίες «Λόλα» και «Ένας μεγάλος έρωτας» και την κλασική πλέον κωμωδία «Δεσποινίς Διευθυντής». Την περίοδο 1965-1966 γύρισε τις δυο μεγαλύτερες κινηματογραφικές της επιτυχίες «Μια τρελή... τρελή οικογένεια» και «Τζένη Τζένη», οι οποίες εκτόξευσαν την δημοτικότητα της στα ύψη.


Το 1966 γύρισε τη μοναδική ξενόγλωσση ταινία της «Μια σφαίρα στην καρδιά», ελληνογαλλικής παραγωγής σε σκηνοθεσία Ζαν Ντανιέλ Πολέ και με μουσική Μίκη Θεοδωράκη. Η ταινία αποδείχθηκε εμπορική αποτυχία, όπως και η επόμενη ταινία της, το «Εκείνος και Εκείνη» της Φίνος Φιλμ.


Το 1967 συμπρωταγωνίστησε για πρώτη φορά με τον Κώστα Καζάκο στο πολεμικό δράμα «Κοντσέρτο για πολυβόλα». Η ταινία είχε μεγάλη εμπορική επιτυχία, κόβοντας συνολικά 427.698 εισιτήρια. Το 1972 γύρισε την ταινία «Ερωτική συμφωνία» σε σενάριο δικό της και σκηνοθεσία Κώστα Καζάκου. Η «Λυσιστράτη» ήταν η τελευταία κινηματογραφική ταινία της.


Σε όλη την δεκαετία του 60 θεατρικά η Καρέζη σημείωσε τεράστιες εμπορικές επιτυχίες, παίζοντας συνήθως μπουλβάρ, όπως το «Μαίρη Μαίρη», «Δεσποινίς Διευθυντής», «Ένας Ιππότης για την Βασούλα», «Η Κυρία δε με μέλει» κ.ά. Μετά το 1968 και την θεατρική επιτυχία «Θεοδώρα η Μεγάλη» σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή, θα συνεργαστεί αποκλειστικά με τον ηθοποιό και πλέον σύζυγό της Κώστα Καζάκο.


1973-1975: Πολιτικό θέατρο

Η Τζένη Καρέζη το 1973 συμμετείχε στην ιστορική παράσταση «Το μεγάλο μας τσίρκο» σε κείμενα του Ιάκωβου Καμπανέλλη και σκηνοθεσία του Κώστα Καζάκου. Μαζί της έπαιξαν ο Κώστας Καζάκος, ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, ο Νίκος Κούρος, ο Τίμος Περλέγκας και ο Χρήστος Καλαβρούζος. Τη μουσική έγραψε ο Σταύρος Ξαρχάκος και τραγούδησε ο Νίκος Ξυλούρης, ενώ τα σκηνικά είχε επιμεληθεί ο Ευγένιος Σπαθάρης. Η παράσταση σημείωσε θριαμβευτική επιτυχία, κόβοντας περί τα 550.000 εισιτήρια, αριθμό ρεκόρ για την εποχή. «Το μεγάλο μας τσίρκο» πέρα από την τεράστια επιτυχία του ήταν μια παράσταση με έντονα πολιτικά μηνύματα κατά της Χούντας των συνταγματαρχών, γεγονός που οδήγησε την ίδια και τον Καζάκο στη φυλακή.

Μετά την πτώση της δικτατορίας η παράσταση ανέβηκε ξανά και οι εισπράξεις κατατέθηκαν υπέρ της Κύπρου, ενώ το 1975 ανέβασε το έργο του Καμπανέλλη «Ο εχθρός λαός».

1976-1992: Οι μεγάλοι ρόλοι

Το 1982 η Τζένη Καρέζη και ο Κώστας Καζάκος ανέβασαν το «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;» σε σκηνοθεσία Ζυλ Ντασέν. Η παράσταση έσπασε ταμεία και η ερμηνεία της Καρέζη αποθεώθηκε από τους κριτικούς.

Ενδεικτικά για την ερμηνεία της στον ρόλο της Μάρθας έγραψαν: «Η Τζένη Καρέζη ήταν ένα τέλειο ηχείο του ρόλου της. Αυτού του ανείπωτου ρόλου-ανέμου, που διαπερνούσε όλες τις κλίμακες μιας μουσικής τραγωδίας. Από τους αργούς ρυθμούς του αναφιλητού μέχρι την τρομαχτική αναταραχή ενός άγριου κρεσέντο. Η Μάρθα της βρισκόταν πάντοτε στο κέντρο του στροβίλου, πότε τελεσίδικα επιθετική, άλλοτε αποκρουστικά μαινόμενη και μόνιμα τραγικά εύθραυστη. Θα τη χαρακτηρίζαμε σαν μια ηθοποιό που ανταποκρίθηκε στο ρόλο της με υποδειγματική αφοσίωση». (Η Αυγή, 1982).

«Η Καρέζη παίζει με κάθε ίνα της και κάθε κύτταρο της, ιδιαίτερα όμως στον εξορκισμό φτάνει σε στιγμές σπάνιας υποκριτικής. Εκεί η κριτική αφοπλίζεται και το μόνο για το οποίο μακαρίζεις τον εαυτό σου, είναι πως ευτύχησες να είσαι παρών». (Τα Νέα, 1982).


Το 1985 ερμήνευσε τον πρώτο της πρωταγωνιστικό ρόλο σε αρχαία τραγωδία, την Μήδεια του Ευριπίδη στο Ηρώδειο. Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος σημείωνε σχετικά με την Μήδεια: «Η Τζένη Καρέζη κέρδισε με το σπαθί της τη θέση της στων τραγικών μεγεθών την πόλιν. Έχω πολλά χρόνια να δω ηθοποιό σε τραγωδία με τέτοια συναισθηματική πληρότητα. Ήταν από την πρώτη ως την τελευταία στιγμή γεμάτη, παλλόμενη, άνετη και πλαστική. Ρυθμικά και μουσικά σωστά κουρδισμένη. Δεν υπήρχε κενό στην ερμηνεία της. Οι ήσσονες καταστάσεις της ήταν λίγες και είχαν σχέση με τη σκηνοθετική γραμμή. Εννοώ κάποιες ρομαντικές νότες και κάποιες συμβολικές κινήσεις». (Τα Νέα, 1985).


Το 1988 η Καρέζη ανέβασε το κλασσικό έργο του Αντόν Τσέχωφ Ο Βυσσινόκηπος με τεράστια επιτυχία. Ο Τάσος Λιγνάδης έγραψε για την ερμηνεία της:

«Αν δεχτούμε ότι η Λιούμποβα είναι ρόλος ιλαροτραγικής διπλότητας, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η κα. Τζένη Καρέζη ευνόησε κατά προτίμηση τη δραματική πλευρά. Και ομολογουμένως η υποκριτική της εύνοια έδωσε ισχυρά τεκμήρια ευαισθησίας και πάθους στη μια ψυχική όψη, αφήνοντας ασχολίαστη την άλλη». (Η Καθημερινή, 1988).



Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος ανέφερε μεταξύ άλλων «Η Καρέζη έπαιξε την Λιούμποβα επιθετικά και σύνθετα. Η γνωστή άποψη για τη λυρική και φευγάτη Λιούμποβα απορρίφθηκε ως μονοσήμαντη. Η αφέλεια της έγινε στην Καρέζη καλύπτρα, η απογείωση της άλλοθι. Βγήκε στην επιφάνεια ο κρυφός σπαραγμός και μια θεατρική πόζα, πρόσχημα για να σκεπαστεί ο σπαραγμός του χρόνου». (Τα Νέα, 1988).


Το 1990 πρωταγωνίστησε στην τελευταία της παράσταση, στο έργο της Λούλας Αναγνωστάκη, «Διαμάντια και μπλουζ». Η παράσταση σημείωσε μεγάλη επιτυχία, τόσο καλλιτεχνική όσο και εμπορική. Αποτέλεσε το καλύτερο κύκνειο άσμα μιας μεγάλης πρωταγωνίστριας. Η Ροζίτα Σώκου έγραψε για την ερμηνεία της:

«Η Καρέζη δεν αφήνει αναπνοή, λέξη, παύση, βλέμμα, χαμόγελο πικρό ή χαμόγελο γλυκό, ανεκμετάλλευτα. Όλη η γκάμα των αμέτρητων εκφράσεων που μπορεί να πάρει το πρόσωπο, τα μάτια, το στόμα μιας ηθοποιού, όλα τα έχει ρίξει στην υπηρεσία του ρόλου του δικού της σε σημείο που να προκαλεί τρόμο.» (Απογευματινή, 1990)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑ - ΚΟΣΜΟΣ
ΠΡΟΣΩΠΑ
ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ - ΠΟΙΗΣΗ
ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ
ΑΠΟΨΕΙΣ