Κρήτη πόλεις και χωριά: 15 Α - ΠΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ.
ΣΑΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 15 Α - ΠΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 15 Α - ΠΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2026

Το Μαλάουι γνωστή ως Νυασαλάνδη

Αυγούστου 13, 2026 0

 Το Μαλάουι, επίσημα Δημοκρατία του Μαλάουι (αγγλικά: Republic of Malawi, τσέουα: Dziko la Malaŵi) είναι χώρα της Αφρικής, γνωστή ως Νυασαλάνδη από το 1907 μέχρι την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της τον Ιούλιο του 1964, από πρώην βρετανικό προτεκτοράτο που είχε αναγνωριστεί για πρώτη φορά στις 15 Μαΐου του 1891, στη νοτιοανατολική Αφρική.


Η χώρα εκτείνεται δυτικά και κατά μήκος της ομώνυμης λίμνης Μαλάουι, της τρίτης σε μήκος λίμνης της Αφρικής. Συνορεύει προς Β. με την Τανζανία, Δ. και ΒΔ. με τη Ζάμπια και Ν. Α. και ΒΑ. με τη Μοζαμβίκη. 


Η συνολική έκταση της χώρας είναι 118.484 τ.χλμ., η οποία και χωρίζεται σε τρεις περιφέρειες και σε 24 συνολικά νομούς.


Η Λίμνη Μαλάουι, συνολικής έκτασης 9.250 τ.μίλια, βασικός πόλος τουριστικής έλξης, μήκους 500 χλμ., λεγόμενη και «λίμνη των αστεριών» καταλαμβάνει περίπου το ένα πέμπτο της έκτασης της χώρας και απλώνεται σχεδόν σε όλα τα ανατολικά της σύνορα. 


Σ΄ αυτήν ζουν περί τα 500 είδη ψαριών, η δε αλιεία τους αποτελεί μια από τις κύριες πηγές εισοδήματος των κατοίκων.


Πρωτεύουσα της χώρας είναι η Λιλόνγκουε. Η χώρα έχει πληθυσμό 21.201.635 κατοίκους, σύμφωνα με επίσημη εκτίμηση για το 2026.


Τον 10ο αιώνα εγκαταστάθηκαν στο σημερινό Μαλάουι κάτοικοι Μπαντού από τον βορρά, μερικοί από τους οποίους έμειναν στην περιοχή και ίδρυσαν φυλές με βάση την κοινή καταγωγή.. 

Με την ανάπτυξη του δουλεμπορίου στις αρχές του 19ου αιώνα Άραβες σουαχίλι που κυριαρχούσαν στην ανατολική ακτή της Αφρικής προωθήθηκαν στο εσωτερικό της ηπείρου, πολλές φορές και με τη συνεργασία μουσουλμανικών τοπικών φυλών όπως των Γιάο (Yao).


 Την εποχή εκείνη το Μαλάουι ήταν ένα τοπικό φυλαρχούμενο «κράτος» που είχε μεταβληθεί σε κέντρο συγκέντρωσης ανταλλαγής και μεταγωγής σκλάβων.


Πρώτοι Ευρωπαίοι που έφθασαν στην περιοχή ήταν Πορτογάλοι. Γνωστότερος εξερευνητής ήταν ο Σκωτσέζος Ντέιβιντ Λίβινγκστον που έφθασε στην περιοχή το 1858 κατά την επιστροφή του από κάποια αποστολή στην Αφρική. 


Φθάνοντας στην ομώνυμη λίμνη την ονόμασε Νυάσα (Nyasa) από τη λέξη nyanja (νιάντζα) της γλώσσας των Ιθαγενών που σημαίνει λίμνη, εξ ου και το όνομα της χώρας Νυασαλάνδη.


Μετά δύο χρόνια, το 1861, ο Λίβινγκστον επέστρεψε στην περιοχή με ιεραποστόλους που εγκαταστάθηκαν στο Σάιρ Χάιλαντς και στο Λόυερ Σάιρ. 


Αντιμετωπίζοντας όμως επικίνδυνα από τη μια την ελονοσία και από την άλλη εμπλοκή του με δουλεμπόρους αναγκάσθηκε τρία χρόνια αργότερα, το 1864, να καταφύγει στη Ζανζιβάρη.


 Επέστρεψε για τελευταία φορά το 1866, διερχόμενος, στην προσπάθειά του για την ανακάλυψη των πηγών του Νείλου όπου και πέθανε στο χωριό Τσιφ Σίταμπο της Ζάμπιας (1873), προς τιμή του οποίου και ονομάστηκε η πρωτεύουσα της Ζάμπιας.

Τον Λίβινγκστον ακολούθησαν στη συνέχεια και άλλοι εξερευνητές, ιεραπόστολοι, τυχοδιώκτες επαγγελλόμενοι τη «σωτηρία των φτωχών» αλλά και ιατροί ερευνητές των τροπικών ασθενειών καθώς και επιχειρηματίες που καθόρισαν τελικά τον χαρακτήρα της περιοχής για τον επόμενο αιώνα.


Το Μαλάουι διαιρείται σε 3 περιφέρειες και 28 συνοικίες. Οι τρεις περιφέρειες (με τις πρωτεύουσές τους σε παρένθεση) είναι:

Μόλις το 16% του συνολικού πληθυσμού ζει στα αστικά κέντρα. Η επίσημη γλώσσα στο κράτος είναι τα αγγλικά.


Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού, σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2023 του Τμήματος Οικονομικών και Κοινωνικών Θεμάτων των Ηνωμένων Εθνών, ήταν 67,4 έτη (64,1 έτη για τους άνδρες και 70,6 έτη για τις γυναίκες) ενώ η διάμεση ηλικία ήταν τα 17,6 έτη.



Διακυβέρνηση

Το πολίτευμα του Μαλάουι είναι πολυκομματική δημοκρατία. Το ισχύον Σύνταγμα ψηφίστηκε το 1994.


Το 2008 στη χώρα υπήρχαν συνολικά 34 αεροδρόμια. Το σιδηροδρομικό δίκτυο καλύπτει συνολικά 797 χλμ. και το οδικό δίκτυο περισσότερα από 15.000 χλμ. Η οδήγηση γίνεται στα αριστερά. Κυριότερα λιμάνια είναι η Τσιπόκα και η Τσιλούμπα.

ΠΗΓΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Read More

Η Καμπέρα η πρωτεύουσα της Κοινοπολιτείας της Αυστραλίας.

Αυγούστου 13, 2026 0

 Η Καμπέρα (αγγλικά: Canberra‎‎, προφέρεται: [ˈkænbərə]) είναι η πρωτεύουσα της Κοινοπολιτείας της Αυστραλίας. Με πληθυσμό που ξεπερνά τους 403.468 κατοίκους (2016) είναι η μεγαλύτερη πόλη στην ενδοχώρα της Αυστραλίας.


 Η πόλη βρίσκεται στο βορειότερο σημείο της Περιφέρειας Πρωτευούσης, 280 χλμ. νοτιοδυτικά από το Σίδνεϊ και 650 χλμ. βορειοανατολικά της Μελβούρνης. 



Η τοποθεσία της Καμπέρα επιλέχθηκε το 1908 σαν συμβιβασμός ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες πόλεις της χώρας, του Σίδνεϊ και της Μελβούρνης. Η κατασκευή της νέας πόλης ξεκίνησε το 1913. Η Καμπέρα έχει έκταση 814,2 τ.χλμ.



Η Καμπέρα είναι η έδρα της αυστραλιανής κυβέρνησης και της βουλής του κράτους, του Ανώτατου Δικαστηρίου της Αυστραλίας, της Εθνικής Πινακοθήκης της Αυστραλίας και του Εθνικού Μουσείου της χώρας.





ΠΗΓΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Read More

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026

Το Περθ η πρωτεύουσα της πολιτείας της Δυτικής Αυστραλίας

Αυγούστου 12, 2026 0

 Το Περθ (αγγλικά: Perth‎‎, προφέρεται: [ˈpɜːrθ]), ή εξελληνισμένα Πέρθη, είναι η πρωτεύουσα της πολιτείας της Δυτικής Αυστραλίας. Σύμφωνα με την απογραφή του 2016 ο πληθυσμός της Μητροπολιτικής περιοχής του Περθ υπολογίζεται σε 2.022.044 κατοίκους. 


Είναι η μεγαλύτερη πόλη της Δυτικής Αυστραλίας, όπου διαμένουν περίπου τα τρία τέταρτα των κατοίκων της περιοχής. Είναι η τέταρτη σε πληθυσμό πόλη σε όλη την Αυστραλία, με μέσο όρο ανάπτυξης πάνω από αυτό της Αυστραλίας.


Το Περθ ιδρύθηκε τον Ιουνίο του 1829 από τον Πλοίαρχο Τζέημς Στέρλινγκ (Captain James Stirling). Αποτελεί έδρα της Κυβέρνησης της Δυτικής Αυστραλίας έως σήμερα.


Η μητροπολιτική περιοχή βρίσκεται στα νοτιοδυτικά της ηπείρου, ανάμεσα από τον Ινδικό Ωκεανό και το Ντάρλινγκ Ρέηντζ. Το εμπορικό κέντρο της πόλης και τα προάστια του Περθ αναπτύσσονται πέριξ του ποταμού Σουάν.


Το Περθ βρίσκεται στη νοτιοδυτική πλευρά της Αυστραλίας. Είναι χτισμένο στις όχθες του ποταμού Σουάν, που πήρε το όνομά του (κύκνος) από ένα ενδημικό είδος μαύρων κύκνων (Cygnus atratus) της Αυστραλίας (οι Αβοριγίνες αποκαλούσαν τον ποταμό ως Derbal Yerrigan). Η πόλη αποτελεί μια από τις πιο επίπεδες μητροπολιτικές περιοχές στη Γη. 


Το κέντρο της καθώς και τα περισσότερα προάστιά της βρίσκονται στο επίπεδο αλίπεδο του Σουάν, το οποίο βρίσκεται μεταξύ του χαμηλού κρημνού Darling Scarp (που οριοθετεί ανατολικά την πόλη) και του Ινδικού Ωκεανού στη δυτική πλευρά. Το Κεντρικό Επιχειρηματικό Διαμέρισμα (Perth CBD) του δήμου οριοθετείται από τον ποταμό Σουάν στον νότο και ανατολικά, το πάρκο Κινγκς (Kings) δυτικά και τις σιδηροδρομικές γραμμές βόρεια


 Η μητροπολιτική περιοχή εκτείνεται βόρεια προς το Yanchep και νότια προς το Rockingham, σε μια απόσταση 90 χλμ. Προς τη δύση βρίσκεται η παραλιακή ζώνη της περιοχής, που βρέχεται από τον Ινδικό Ωκεανό, ενώ προς την ανατολή φτάνει μέχρι το Mundaring, καλύπτοντας μια απόσταση περίπου 50 χιλιομέτρων. Συνολικά η μητροπολιτική περιοχή του Περθ καλύπτει έναν χώρο 6.100 τ.χλμ.. 


Το υπόστρωμα της περιοχής είναι βαθύ βραχώδες, ενώ το έδαφος είναι αμμώδες. Ολόκληρη η μητροπολιτική περιοχή έχει δύο κύρια συστήματα ποταμών. Το πρώτο σχηματίζεται από τους ποταμούς Σουάν και Κάννινγκ (Canning), τα οποία βρίσκονται στην πόλη του Περθ, και το δεύτερο από τους Σέρπενταϊν (Serpentine) και Μάρεϊ (Murray).


Το κλίμα του Περθ χαρακτηρίζεται μεσογειακό. Τα καλοκαίρια είναι ξηρά και ζεστά, και διαρκούν από τον Δεκέμβριο μέχρι τον Μάρτιο, ενώ ο πιο ζεστός μήνας είναι Φεβρουάριος. Συχνά η θερμοκρασία ξεπερνά τους 40 βαθμούς Κελσίου, τουλάχιστον μια φορά το καλοκαίρι. Η μεγαλύτερη θερμοκρασία που έχει καταγραφεί την πόλη ήταν 46,2 βαθμοί Κελσίου, στις 23 Φεβρουαρίου 1991. Την εποχή του καλοκαιριού, μετά το απόγευμα η θερμοκρασία συνήθως πέφτει αισθητά, καθώς κάνει την εμφάνισή του άνεμος από τη θάλασσα.


Οι χειμώνες είναι ήπιοι και υγροί και διαρκούν από τον Μάιο μέχρι τον Σεπτέμβριο. Η χαμηλότερη θερμοκρασία που έχει σημειωθεί στην πόλη ήταν -0,7 βαθμοί Κελσίου, στις 17 Ιουνίου 2006. Η ισχυρότερη βροχόπτωση καταγράφηκε, πάντως, στις 19 Φεβρουαρίου 1991 (120,6 mm)


Το Περθ είναι η πόλη με τους περισσότερους ανέμους στην Αυστραλία.[8], ενώ κατά περιόδους εμφανίζονται και ισχυρές καταιγίδες, όπως αυτή του Μαρτίου του 2010 που προκάλεσε αρκετές καταστροφές στην πόλη.



Σύμφωνα με ανασκαφικά ευρήματα από τις όχθες του ποταμού Σουάν, οι πρώτοι κάτοικοι της περιοχής ήταν Αβορίγινες της φυλής Noongar (οι Άνθρωποι), και κατά κύριο λόγο ένα κομμάτι τους που αποκαλούταν Whadjuk. Η φυλή αυτή ζούσε στην περιοχή για περίπου 40.000 χρόνια


Οι πρώτοι Ευρωπαίοι που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή ήταν Ολλανδοί, υπό τον καπετάνιο τους Willem de Vlamingh, στις 10 Ιανουαρίου 1697[15], ενώ διάφοροι άλλοι Ευρωπαίοι είχαν εγκατασταθεί μέχρι το 1829.


Η πρώτη μαζική εγκατάσταση έγινε από Βρετανούς, που σε φόβο για πιθανή εγκατάσταση Γάλλων στην περιοχή, έφτασαν τον Ιούνιου του 1829[16] στην περιοχή του Περθ. Διοικητής τους ήταν ο Τζέιμς Στέρλινγκ, καπετάνιος του «Παρμέλια». Στις 12 Αυγούστου η Ελεν Ντανς, σύζυγος του καπετάνιου του δεύτερου πλοίου Sulphur, έκοψε ένα δέντρο, σημαίνοντας την επίσημη τελετή ίδρυσης της πόλης. Ο Στέρλινγκ είχε ήδη διαλέξει το όνομα της πόλης, που θεωρείται πως προέρχεται από την ομώνυμη πόλη της Σκοτίας, και δόθηκε σε αυτή προς τιμή του σερ Τζορτζ Μάρεϊ , που καταγόταν από αυτή.


Τα πρώτα χρόνια υπήρχαν συγκρούσεις μεταξύ των αποίκων και των Νούνγκαρ. Από το 1831, καθώς η αποικία άρχιζε να μεγαλώνει, παρατηρήθηκαν βίαιες πράξεις όπως η εκτέλεση του πρεσβύτερου των Whadjuk, Μιντγκεγούρου (Midgegooroo), και του γιου του Γιαγκάν (Yagan), το 1833 και η μάχη του Πιντζάρα το 1834. Μετά τον θάνατο του αρχηγού τους Γελαγκόνγκα (Yellagonga), το 1884, αποσύρθηκαν στην περιοχή Μπουτζαμούλινγκ (Boodjamooling - στο σημερινό Hyde Park ή Third Swamp Reserve του Περθ).


Το 1850 στη Δυτική Αυστραλία εγκαταστάθηκαν κατάδικοι από τη Βρετανία, ενώ το 1856 η Βασίλισσα Βικτωρία έδωσε στο Περθ τον τίτλο της πόλης


Μετά το 1900,[27] η Δυτική Αυστραλία ενώθηκε με τις υπόλοιπες αποικίες του νησιού δημιουργώντας την Ομοσπονδία της Αυστραλίας, το 1901. Ανάμεσα στα ανταλλάγματα για την ένωση ήταν η δημιουργία σιδηροδρομικής γραμμής προς το Περθ. Η ανάπτυξη του Περθ, κυρίως τη δεκαετία του 1960,, το έκανε κέντρο της περιοχής.


Δημογραφικά στοιχεία

Το Περθ είναι η τέταρτη μεγαλύτερη πόλη της Αυστραλίας, έχοντας ξεπεράσει τον πληθυσμό της Αδελαΐδας στις αρχές του 1980. Η απογραφή του 2006 κατέγραψε 1.445.079 άτομα που κατοικούν στο Περθ, ενώ αυτή του 2011 αύξησε τον επίσημο πληθυσμό της πόλης στους 1.728.867 κατοίκους.Αυτό σήμαινε μια ανάπτυξη της τάξης του 14,3%, τη μεγαλύτερη για οποιαδήποτε πρωτεύουσα πολιτείας της Αυστραλίας (με δεύτερο το Ντάργουιν με ρυθμό αύξησης 13,8%) και πολύ πιο πάνω από το ρυθμό αύξησης κατά 8,3% του συνολικού επίσημου πληθυσμού της χώρας.


Σύμφωνα με την απογραφή του 2006, το 79,9% των κατοίκων του μιλά αποκλειστικά την Αγγλική γλώσσα, ενώ το 24,9% δηλώνουν Καθολικοί, 19.8% Αγγλικανοί, ενώ 22,2% δήλωσαν πως δεν ακολουθούν καμία θρησκεία.



Κάθε κουκίδα αντιπροσωπεύει 100 άτομα γεννημένα: στη Βρετανία (μπλε), στην Κίνα (κόκκινο), στην Ιταλία (ανοιχτό πράσινο), στη Μαλαισία (σκούρο πράσινο), στη Νότια Αφρική (καφέ), στη Σιγκαπούρη (μοβ) και στο Βιετνάμ (κίτρινο). Με βάση την απογραφή του 2006.

Με βάση τη μέτρηση του 2006 και τις αναλύσεις για την καταγωγή του πληθυσμού της μητροπολιτικής περιοχής του Περθ, οι μεγαλύτερες τέτοιες ομάδες ήταν: Άγγλοι (534.555 ή 28,6%), Αυστραλοί (479.174 ή 25,6%), Ιρλανδοί (115.384 ή 6,2%), Σκώτοι (113.846 ή 6,1%), Ιταλοί (84.331 ή 4,5%) και Κινέζοι (53.390 ή 2,9%). Υπήρξαν επίσης 3.101 Αβορίγινες στην πόλη (0,2%).


Αξιοσημείωτο στον πληθυσμό του Περθ είναι το υψηλό ποσοστό των κατοίκων που γεννήθηκαν στη Βρετανία. Κατά την απογραφή του 2006, βρέθηκαν 142.424 τέτοιοι κάτοικοι[30], αριθμός κοντά στον αντίστοιχο για την πόλη του Σίδνεϊ (145.261), παρά το γεγονός ότι ο συνολικός πληθυσμός του Περθ είναι μόλις το 35% του συνολικού πληθυσμού του Σίδνεϊ.


Η εθνοτική σύνθεση του Περθ άλλαξε στα μέσα του εικοστού αιώνα, όταν ένας σημαντικός αριθμός Ευρωπαίων μεταναστών έφτασαν στην πόλη. Πριν από αυτό, ο πληθυσμός του Περθ είχε σχεδόν αποκλειστικά άγγλο-κελτική καταγωγή. 

Καθώς το λιμάνι του Φρίμαντλ (Fremantle) ήταν η είσοδος στην Αυστραλία για πολλούς από αυτούς στις δεκαετίες του 1950 και του 1960, το Περθ άρχισε να βιώνει μια διαφορετική εισροή ατόμων, μεταξύ των οποίων υπήρξαν πολλοί Ιταλοί, Έλληνες, Ολλανδοί, Γερμανοί, Κροάτες, Βόσνιοι, Σέρβοι, Πολωνοί, Τσέχοι, Σλοβάκοι, Ρώσοι, Ουκρανοί, Σλαβομακεδόνες, Τούρκοι και πολλοί άλλοι. Διάφορα προάστια γύρω από την περιοχή του Φρίμαντλ περιέχουν επίσης υψηλές συγκεντρώσεις Ιταλών, Κροατών και Πορτογάλων. Το Περθ έχει επίσης μια ζωντανή εβραϊκή κοινότητα – 20.106 άτομα το 2006 - που μετανάστευσαν κυρίως από την Ανατολική Ευρώπη και, πιο πρόσφατα, από τη Νότια Αφρική.


Ένα άλλο πιο πρόσφατο κύμα αφίξεων περιλαμβάνει Ευρωπαϊκές μειονότητες από τη Νότια Αφρική. Ο αριθμός των κατοίκων που έχουν γεννηθεί στη Νότια Αφρική πλησιάζει τον αντίστοιχο αυτών που έχουν γεννηθεί στην Ιταλία. Μέχρι το 2006, υπήρχαν στο Περθ 18.825 κάτοικοι γεννημένοι στη Νότια Αφρική, αντιπροσωπεύοντας το 1,3% των κατοίκων της πόλης.


Πολλοί Αφρικάνερς και Άγγλοι από τη Νότια Αφρική και τη Ζιμπάμπουε μετανάστευσαν προς Περθ κατά τη διάρκεια του 1980 και του 1990. Ως αποτέλεσμα, η πόλη έχει χαρακτηριστεί ως «η αυστραλιανή πρωτεύουσα της Νότιας Αφρικής στην εξορία». Ο λόγος που το Περθ είναι τόσο δημοφιλές μεταξύ των λευκών Νοτιοαφρικάνων θεωρείται πως είναι η θέση του (πιο κοντά στην Αφρική από ό,τι άλλες μεγάλες πόλεις), το τεράστιο ποσοστό της επέκτασης του και του χώρου που καλύπτει, καθώς και το ελαφρώς θερμότερο κλίμα σε σύγκριση με άλλες μεγάλες πόλεις της Αυστραλίας. Το Περθ έχει ένα κλίμα αντίστοιχο με αυτό της περιοχής γύρω από το Κέιπ Τάουν της Νότιας Αφρικής.


Κατά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, η Νοτιοανατολική Ασία έχει καταστεί από τις σημαντικότερες πηγές μεταναστών για την πόλη του Περθ, κυρίως από τις περιοχές της Μαλαισία, της Ινδονησίας, της Ταϊλάνδης, της Σιγκαπούρης, του Χονγκ Κονγκ, της ηπειρωτικής Κίνας και της Ινδίας. Υπήρχαν 53.390 άτομα Κινεζικής καταγωγής στο Περθ το 2006 (2,9% του πληθυσμού της πόλης)


Η Ινδική κοινότητα περιλαμβάνει ένα σημαντικό αριθμό Πάρσων που μετανάστευσαν από τη Βομβάη. Το Περθ είναι η πλησιέστερη μεγάλη πόλη της Αυστραλίας στην Ινδία. Ο πληθυσμός των γεννημένων στην Ινδία κατοίκων του Περθ κατά τη διάρκεια της απογραφής του 2006 ήταν 14.094 άνθρωποι (0,8%). 


Το Περθ φιλοξενεί επίσης τον μεγαλύτερο πληθυσμό των Άγγλων από τη Βιρμανία (σημερινή Μιανμάρ) στον κόσμο. Πολλοί εγκαταστάθηκαν εδώ μετά την ανεξαρτησία της Βιρμανίας το 1948 και η πόλη είναι πλέον το πολιτιστικό κέντρο τους σε όλο τον κόσμο. Υπάρχει επίσης ένας σημαντικός αριθμός Άγγλων από την Ινδία, που εγκαταστάθηκαν στην πόλη μετά την Ανεξαρτησία της Ινδίας.


Η έδρα του Κυβερνήτη της Δυτικής Αυστραλίας

Ο πολεοδομικός σχεδιασμός της πόλης του Περθ, το λεγόμενο Metropolitan Region Scheme, έχει τεθεί σε λειτουργία από το 1963. Η μητροπολιτική περιοχή του Περθ χωρίζεται σε 30 μικρότερους φορείς τοπικής αυτοδιοίκησης, μεταξύ των οποίων και αυτή της Πόλης του Περθ (City of Perth), που διαχειρίζεται την κεντρική επιχειρηματική περιοχή του Περθ.


Το Περθ στεγάζει το κοινοβούλιο της Δυτικής Αυστραλίας, ενώ είναι και η έδρα του Κυβερνήτη της Δυτικής Αυστραλίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο της πολιτείας βρίσκεται στο Περθ, μαζί με την έδρα του Περιφερειακού Δικαστήριο και αυτή για το Οικογενειακό Δίκαιο, ενώ στην πόλη υπάρχει έδρα και του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου της Αυστραλίας.


Σε επίπεδο πολιτείας, σήμερα, 42 από τις 59 έδρες της Νομοθετικής Συνέλευσης της Δυτικής Αυστραλίας (κάτω βουλή) και 18 από τις 36 έδρες του Νομοθετικού Συμβουλίου Δυτικής Αυστραλίας (άνω βουλή) ελέγχονται από τη μητροπολιτική περιοχή του Περθ (εκλογές 2008).


Σε επίπεδο Κοινοπολιτείας, στη Μητροπολιτική περιοχή του Περθ αντιστοιχούν 9 από τις 15 συνολικές έδρες (Divisions) της πολιτείας της Δυτικής Αυστραλίας στην ομοσπονδιακή Βουλής των Αντιπροσώπων, που συνολικά περιέχει 150 έδρες σε ολόκληρη την Αυστραλία.


Διοικητική διαίρεση

Σύμφωνα με τους ισχύοντες νόμους της Δυτικής Αυστραλίας, η πολιτεία χωρίζεται σε 141 Περιοχές Τοπικής Διοίκησης (Local Government Areas), συμπεριλαμβανομένων σε αυτές των Νησιών Κόκος και του Νησιού των Χριστουγέννων. Αυτές μπορούν να φέρουν τον τίτλο "City" (πόλεις), "Town" (κωμοπόλεις) ή "Shire" (επαρχίες).


Η Μητροπολιτική Περιοχή του Περθ χωρίζεται σήμερα σε 30 τέτοιους μικρότερους φορείς. Ο παλαιότερος από αυτούς είναι αυτός της Πόλης του Περθ (Ciy of Perth), που ελέγχει το επιχειρηματικό κομμάτι της πόλης.


Περιοχές Τοπικής Διοίκησης της Μητροπολιτικής Περιοχής του Περθ

Τέλος, η Μητροπολιτική Περιοχή του Περθ (γνωστή και με τον όρο Metropolitan Region Scheme) μαζί με άλλες περιοχές που την περιβάλλουν (Peel Region Scheme, Greater Bunbury Region Scheme και Avon Arc) σχηματίζουν το Ευρύτερο Περθ (Greater Perth).


Εργοστάσια στη βιομηχανική περιοχή Kwinana.

Λόγω του πληθυσμού του και του ρόλο του ως διοικητικό κέντρο της πολιτείας, το Περθ δεσπόζει της οικονομίας της Δυτικής Αυστραλίας, παρά την ύπαρξη σημαντικών ορυχείων, εγκαταστάσεων άντλησης πετρελαίου και βιομηχανιών γεωργικών εξαγωγών σε άλλα σημεία της πολιτείας.


Η οικονομία Περθ βασίζεται σήμερα στον τομέα της παροχής υπηρεσιών, τομέας που ξεκίνησε να αναπτύσσεται από το 1950. Παρά το γεγονός ότι ένα από τα σημαντικότερα μέρη των υπηρεσιών που παρέχει η πόλη συνδέεται με τη βιομηχανία των φυσικών πόρων και, σε μικρότερο βαθμό, τη γεωργία, οι περισσότεροι κάτοικοι του Περθ απασχολούνται σε υπηρεσίες που απευθύνονται προς άλλα άτομα.


Ως αποτέλεσμα της σχετικής γεωγραφικής απομόνωσης του Περθ, ποτέ δεν είχε τις απαραίτητες προϋποθέσεις να αναπτύξει μεγάλης κλίμακας μεταποιητικές βιομηχανίες, εκτός αυτών που εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες των κατοίκων του, τα ορυχεία και τη γεωργία της περιοχής. Ανέπτυξε επίσης ορισμένες εξειδικευμένες υπηρεσίες, όπως είναι, τον τελευταίο καιρό, η κατασκευή πλοίων και η συντήρηση τους. Ήταν απλά φθηνότερο να εισάγει όλα τα απαραίτητα μεταποιημένα αγαθά είτε από τις ανατολικότερες περιοχές είτε από το εξωτερικό.


Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι ιδιοκτήτες αυτοκινήτων αυξήθηκαν ενώ η βελτίωση των μεταφορών οδήγησε μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού στα προάστια. Έτσι κατέστη δυνατή η δημιουργία μιας μικρής κλίμακας παραγωγής σε αυτά. Πολλές επιχειρήσεις επωφελήθηκαν από τη σχετικά φτηνή γη για την κατασκευή ευρύχωρων, μονώροφων εργοστασίων στις προαστιακές περιοχές όπου η στάθμευση, η πρόσβαση και η κυκλοφοριακή συμφόρηση ήταν ελάχιστη. Τέτοιες βιομηχανικές περιοχές, όπως αυτές της Kwinana, του Welshpool και του Kewdale, δημιουργήθηκαν μεταπολεμικά και συνέβαλαν στην αύξηση της παραγωγής νότια του ποταμού Σουάν.


Από τη δεκαετία του 1950, η βαριά βιομηχανία που είχε κυριαρχήσει στην περιοχή περιελάμβανε ένα διυλιστήριο πετρελαίου, εργοστάσιο χάλυβα με μια υψικάμινο, διυλιστήριο αλουμίνας, ένα σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και ένα διυλιστήριο νικελίου. Μια άλλη εξέλιξη, επίσης, συνδέεται με την ανάπτυξη των σιδηροδρόμων, κυρίως όταν το 1968 δημιουργήθηκε ο τερματικός σταθμός εμπορευμάτων στο Kewdale, δίπλα στη βιομηχανική περιοχή Welshpool.


Τη σημαντική αύξηση του πληθυσμού μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ακολούθησε αύξηση της απασχόλησης, όχι στον τομέα της μεταποίησης, αλλά στο λιανικό και χονδρικό εμπόριο, τις υπηρεσίες προς τις επιχειρήσεις, την υγεία, την εκπαίδευση, τις κοινοτικές και προσωπικές υπηρεσίες και στη δημόσια διοίκηση.


Σύμφωνα με έκθεση της παγκόσμιας εταιρείας Wealth-X, το Περθ (όπως και το Μπρισμπέιν) αναπτύσσει τα τελευταία χρόνια μια νέα γενιά οικονομικών "μεγιστάνων", αν και το Σίδνεϊ και η Μελβούρνη παραμένουν παραδοσιακά στις πρώτες θέσεις της λίστας.


Το Κεντρικό Επιχειρηματικό Διαμέρισμα (Central business district - CBD) του Περθ, το οποίο βρίσκεται εντός των ορίων του δήμου της Πόλης του Περθ, περιέχει ένα μεγάλο αριθμό υπηρεσιών γύρω από τον πολιτικό και τον χρηματοοικονομικό τομέα. Το St Georges Terrace που αποτελεί την κεντρική οδό του Περθ (παράλληλος προς τον ποταμό Σουάν) είναι ταυτόχρονα ο σημαντικός οικονομικός δρόμος της περιοχής, με γραφεία συνολικού χώρου 1,3 εκατ. τετραγωνικά μέτρα. Στις οδούς Hay Street και Murray Street βρίσκονται οι περισσότερες από τις εμπορικές και ψυχαγωγικές εγκαταστάσεις. Στην περιοχή αυτή υπάρχει επίσης και το υψηλότερο κτήριο της πόλης, το Central Park (ύψους 249 μ.), ενώ ένας νέος ουρανοξύστης με το όνομα City Square (ύψους 269,5 μ.) κατασκευάζεται στην ίδια περιοχή, για λογαριασμό της μεταλλευτικής εταιρείας BHP Billiton.


 Η συγκεκριμένη περιοχή γνωρίζει ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια, κυρίως λόγω των εταιριών εξόρυξης μεταλλευμάτων που δημιουργούν στην περιοχή γραφεία. Ταυτόχρονα, έχουν προγραμματιστεί έργα που θα της δώσουν καλύτερη πρόσβαση και προς άλλες περιοχές.



Οι ουρανοξύστες του Κεντρικού Επιχειρηματικού Διαμερίσματος τη νύχτα (2006). Στο κέντρο ο ουρανοξύστης Central Park.

Εκπαίδευση

Το Περθ αποτελεί έδρα τεσσάρων δημόσιων πανεπιστήμιων της Αυστραλίας: του Πανεπιστημίου Δυτικής Αυστραλίας, του Πανεπιστήμιο Murdoch, του Πανεπιστημίου Curtin, και του Πανεπιστημίου Edith Cowan. Υπάρχει επίσης ένα ιδιωτικό πανεπιστήμιο, το Πανεπιστήμιο της Notre Dame (Αυστραλίας).


Το Πανεπιστήμιο της Δυτικής Αυστραλίας (Winthrop Hall).



Πανεπιστήμιο Curtin (το κτίριο της βιβλιοθήκης Robertson).

Το Πανεπιστήμιο της Δυτικής Αυστραλίας (University of Western Australia - UWA) ιδρύθηκε το 1911.[44] Είναι γνωστό ως ένα από τα κορυφαία ερευνητικά ιδρύματα της Αυστραλίας. Η μνημειώδες νεοκλασική αρχιτεκτονική του πανεπιστημίου το κάνει ένα ξεχωριστό τουριστικό προορισμό στην πόλη. Είναι το μοναδικό πανεπιστήμιο στην πολιτεία που αποτελεί μέλος της «Ομάδας των Οκτώ», ενός δικτύου των οκτώ μεγαλύτερων ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης της Αυστραλίας, καθώς και ένα από τα 6 λεγόμενα «Πανεπιστήμια ψαμμίτη» της Αυστραλίας, ονομασία που έχει δοθεί στα παλαιότερα πανεπιστήμια της χώρας καθώς το κύριο υλικό με το οποίο είναι κατασκευασμένα είναι ο ψαμμίτης.


Το Πανεπιστήμιο Curtin (Curtin University - γνωστό και ως Curtin University of Technology μέχρι το 2010) είναι το μεγαλύτερο σε φοιτητές πανεπιστήμιο της Δυτικής Αυστραλίας. Ήταν γνωστό, από την ίδρυσή του το 1966 μέχρι το 1986, ως «Ινστιτούτου Τεχνολογίας της Δυτικής Αυστραλίας» (Western Australian Institute of Technology - WAIT). Το 1969 σε αυτό συγχωνεύθηκαν η Μεταλλευτική Σχολή Δυτικής Αυστραλίας, τη Γεωπονική Σχολή Muresk και τις σχολές φυσιοθεραπείας και εργοθεραπείας που λειτουργούσαν από το 1950 στο Shenton Park. Το πανεπιστήμιο Curtin έχει μια ραγδαία αυξανόμενη φήμη στον τομέα της έρευνας και είναι το μοναδικό πανεπιστήμιο της Δυτικής Αυστραλίας που έχει καταφέρει να παραχωρήσει διδακτορικό δίπλωμα επιπέδου χρυσού μεταλλίου AINSE, την υψηλότερη δυνατή αναγνώριση σε διδακτορικό επίπεδο στην επιστήμη και στη μηχανική στην Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία.


Το Πανεπιστήμιο Murdoch (Murdoch University) ιδρύθηκε στη δεκαετία του 1970, και αποτελεί τη μεγαλύτερη πανεπιστημιούπολη της Αυστραλίας σε γεωγραφική έκταση (καταλαμβάνει 2,27 τετραγωνικά χιλιόμετρα). Ανάμεσα στα τμήματά του υπάρχει και η μόνη κτηνιατρική σχολή της Δυτικής Αυστραλίας.


Το Πανεπιστήμιο Edith Cowan (Edith Cowan University) ιδρύθηκε στις αρχές του 1990 στη θέση του προϋπάρχοντος Κολεγίου Προχωρημένης Εκπαίδευσης Δυτικής Αυστραλίας (Western Australian College of Advanced Education - WACAE), το οποίο με τη σειρά του είχε ιδρυθεί το 1970 μετά από συγχώνευση των Κολεγίων Εκπαιδευτικών του Claremont, του Churchlands, και του Mount Lawley. Το πανεπιστήμιο αυτό έχει ενσωματώσει και την Ακαδημία Παραστατικών Τεχνών Δυτικής Αυστραλίας (Western Australian Academy of Performing Arts - WAAPA).


Το ιδιωτικό Πανεπιστήμιο της Notre Dame Αυστραλίας (University of Notre Dame Australia) ιδρύθηκε το 1990 στο προάστιο του Περθ, Φρίμαντλ, ως ένα Καθολικό Πανεπιστήμιο. Παράρτημά του δημιουργήθηκε επίσης στο Σίδνεϊ. Η πανεπιστημιούπολη του Φρίμαντλ δημιουργήθηκε στο δυτικό άκρο του, αξιοποιώντας τα ιστορικά κτίρια του λιμανιού που χτίστηκαν τη δεκαετία του 1890, δίνοντας στο πανεπιστήμιο μια ατμόσφαιρα παλαιών Ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων. Αν και έχει «στενούς δεσμούς» με το πανεπιστήμιο Notre Dame της Ινδιάνα των ΗΠΑ, αποτελούν ξεχωριστά όργανα.


Στη Μητροπολιτική Περιοχή του Περθ υπάρχουν επίσης τέσσερα Κολέγια TAFE (Technical And Further Education) που παρέχουν επαγγελματική κατάρτισης και εκπαίδευση στον τομέα του εμπορίου. Στην Αυστραλία το πρόγραμμα TAFE ξεκίνησε ως ένα σύστημα για τεχνικές σχολές και κολέγια και τελικά, διαμορφώθηκε σε περιφερειακές σχολές. Οι τέσσερις σχολές που υπάρχουν στο Περθ είναι το Κεντρικό Ινστιτούτο Τεχνολογίας (Central Institute of Technology), το Ινστιτούτο Επιμόρφωσης Δυτικής Ακτής (West Coast Institute of Training), το Polytechnic West και το Challenger Institute of Technology.


Μεταφορές

Το Περθ διαθέτει ένα οδικό δίκτυο με τρεις κλειστούς αυτοκινητόδρομους ταχείας κυκλοφορίας (freeways) και εννέα μητροπολιτικούς αυτοκινητοδρόμους. Αντίθετα, δεν υπάρχουν δρόμοι με διόδια. Η σήραγγα Northbridge, μέρος του αυτοκινητοδρόμου ταχείας κυκλοφορίας Graham Farmer Freeway, αποτελεί τη μοναδική σημαντική οδική σήραγγα στο Περθ. Δημιουργήθηκε το 2000.


Στα μέσα μαζικής μεταφοράς της Μητροπολιτικής Περιοχής του Περθ συμπεριλαμβάνονται τρένα, λεωφορεία και πορθμεία (στον ποταμό Σουάν). Συντονίζονται μέσω του συστήματος μαζικής μεταφοράς Transperth, που λειτουργεί υπό την Αρχή Μαζικών Μεταφορών της Δυτικής Αυστραλίας. Το Transperth συνδέεται με τις αγροτικές περιοχές που εξυπηρετούνται από ένα παρόμοιο σύστημα, το Transwa. 


Υπάρχουν 70 σιδηροδρομικοί σταθμοί και 15 σταθμοί λεωφορείων στη μητροπολιτική περιοχή. Επιπρόσθετα, το σιδηροδρομικό δίκτυο έχει επεκταθεί στα βόρεια και τα νότια προάστια της πόλης, μέσω του New MetroRail. Υπάρχουν επίσης γραμμές λεωφορείων και τρένων με μηδενικό εισιτήριο, γύρω από το κέντρο της πόλης («Ζώνη Ελεύθερης Διέλευσης»). Μέχρι το 1969 στην πόλη λειτουργούσε και γραμμή τραμ.

Το σιδηροδρομικό σύστημα έχει υποστεί πρόσφατα σημαντικές αναπλάσεις, με μια νέα σιδηροδρομική γραμμή που κατασκευάστηκε μεταξύ του Περθ και του Μάντουραχ (Mandurah), διπλασιάζοντας το μήκος των σιδηροδρόμων του Περθ. Η σιδηροδρομική αυτή γραμμή άνοιξε στις 23 Δεκεμβρίου 2007. Πρόσφατες πρωτοβουλίες περιλαμβάνουν σταδιακή αντικατάσταση του στόλου των λεωφορείων και ένα νέο σύστημα έκδοσης ηλεκτρονικών εισιτηρίων.



Το Αεροδρόμιο του Περθ (Perth Airport).

Μεταξύ του Περθ και του Σίδνεϊ λειτουργεί η σιδηροδρομική γραμμή Indian Pacific. Μέσω αυτής το Περθ συνδέεται επίσης με την Αδελαΐδα και το Καλγκούρλι, καθώς και με άλλες πόλεις της Δυτικής Αυστραλίας με συνδέσεις με σιδηροδρομικές γραμμές του συστήματος Transwa.


Οι σιδηροδρομικές γραμμές εμπορευματικών μεταφορών καταλήγουν στον τερματικό σταθμό Kewdale Rail Terminal, 15 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του κέντρου της πόλης.


Το Περθ εξυπηρετείται από δύο αεροδρόμια. Το Αεροδρόμιο του Περθ (Perth Airport - IATA: PER, ICAO: YPPH) βρίσκεται στην ανατολική περιοχή της πόλης, νότια του Γκίλφορτ (Guildford). Είναι το μεγαλύτερο εμπορικό αεροδρόμιο της Δυτικής Αυστραλίας και εξυπηρετεί εγχώριες και διεθνείς πτήσεις, ενώ αποτελεί το τέταρτο πιο πολυσύχναστο αεροδρόμιο στην Αυστραλία και παίζει στρατηγικό ρόλο λόγω της θέσης του. Το Αεροδρόμιο Jandakot (Jandakot Airport - IATA: JAD, ICAO: YPJT) βρίσκεται στα νότια προάστια της πόλης. Ξεκίνησε τη λειτουργία του το 1963. Εξυπηρετεί τη γενική αεροπορία καθώς και πτήσεις τσάρτερ.


Κύριος λιμένας του Περθ αποτελεί το επιβατικό λιμάνι του Φρίμαντλ, 19 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά των εκβολών του ποταμού Σουάν. Ένα δεύτερο λιμενικό συγκρότημα αναπτύσσεται στο Κόκμπερν Σάουντ (Cockburn Sound), κατά κύριο λόγο για την εξαγωγή γεωργικών προϊόντων.


ΠΗΓΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Read More

Η Σαγκάη η μεγαλύτερη πόλη και λιμένας της Κίνας.

Αυγούστου 12, 2026 0

 Η Σαγκάη (επίσης γνωστή ως Σανγκάη ή Σανγκάι) (μανδαρινικά: 上海, πινγίν: Shànghǎi,  (βοήθεια·πολυμέσα)[ʂâŋ.xài]), είναι η μεγαλύτερη πόλη και λιμένας της Κίνας. Θεωρείται κύριος φορέας της σύγχρονης οικονομίας της Κίνας, καθώς επίσης και ένα από τα σημαντικότερα πολιτιστικά, εμπορικά, οικονομικά και βιομηχανικά της κέντρα.


Διοικητικά, η Σαγκάη είναι ένας δήμος, πρωτεύουσα ομώνυμης επαρχίας της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας. Ο λιμένας της Σαγκάης το 2005 κατατάχθηκε πρώτος σε διακίνηση φορτίων εμπορικός λιμένας του κόσμου. 


Μέσα στον 20ο αιώνα η Σαγκάη, από μια πόλη αρχικά με μικρή αλιεία, εξελίχθηκε ταχύτατα στη σημαντικότερη πόλη της Κίνας, κέντρο πολιτισμού, διαβουλεύσεων, πολιτικών συζητήσεων αλλά και πολιτικής δολοπλοκίας. 


Η Σαγκάη έγινε το τρίτο μεγαλύτερο οικονομικό κέντρο στον κόσμο, ταξινομούμενη μετά τη Νέα Υόρκη και το Λονδίνο, και η μεγαλύτερη εμπορική πόλη στην Άπω Ανατολή. Μετά από την κομμουνιστική ανάληψη το 1949, η Σαγκάη ατόνησε κάτω από τη βαριά φορολογία της κεντρικής κυβέρνησης και ένα μεγάλο μέρος των οικονομικών στοιχείων της εξαχνίστηκε. 


Μετά το 1992, η Σαγκάη ξεπέρασε γρήγορα τις πρώιμες ανταγωνίστριες Σεντζέν και Γκουάνγκτζοου, και σήμερα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της οικονομικής ανάπτυξης της Κίνας.


Μερικές όμως σύγχρονες προκλήσεις παραμένουν και για τη Σαγκάη από τις αρχές του 21ου αιώνα, όπως για παράδειγμα η αντιμετώπιση της αυξανόμενης αστυφιλίας (εσωτερικής μετανάστευσης) εργαζομένων, με παράλληλη δημιουργία τεράστιου χάσματος πλούτου.


 Εντούτοις, και παρά τις επιμέρους αυτές προκλήσεις, οι ουρανοξύστες της Σαγκάης και ο σύγχρονος τρόπος ζωής σ΄ αυτήν αποτελούν τη σύγχρονη εμφανή πυραμίδα της πρόσφατης οικονομικής ανάπτυξης της Κίνας.



Η Σαγκάη δεν είναι παλαιά πόλη. Χτίστηκε τον 11ο αιώνα, χωρίς να διαδραματίσει τότε κανένα ιδιαίτερο ρόλο στη ζωή της χώρας. Για αιώνες παρέμεινε μια επαρχιακή πόλη και ήταν γνωστή σαν σημαντικό εμπορικό κέντρο της περιοχής και σαν λιμάνι, αλλά με περιορισμένη σημασία. Εξάλλου η αναρχία που επικρατούσε στη χώρα και η φοβία που έτρεφαν οι φεουδάρχες προς τους ξένους και ιδιαίτερα στους Ευρωπαίους, περιόρισαν την ανάπτυξή τους και μετά τον 18ο αι. όταν διευρύνθηκε το παγκόσμιο εμπόριο, αν και το λιμάνι της και η γεωγραφική θέση της στην Άπω Ανατολή την ευνοούσαν ιδιαίτερα. 


Τελικώς όμως, το εμπόριο και οι ανάγκες της οικονομίας υπερίσχυσαν της πολιτικής. Από τις αρχές του 19ου αιώνα, το λιμάνι της αποκτά ιδιαίτερη σημασία για το εμπόριο και ήδη άρχισε να αναπτύσσεται ραγδαία στη μεγάλη πόλη. Συνάμα όμως, οι τότε μεγάλες δυνάμεις που είχαν εισχωρήσει στην οικονομία της χώρας και το λιμάνι της πόλης εξυπηρετούσε άμεσα τα συμφέροντά τους, άσκησαν πίεση στην αυτοκρατορική κυβέρνηση για εκχωρήσεις.

Με τη συνθήκη της Ναντζίνγκ του 1843, η Αγγλία απέκτησε δική της ελεύθερη ζώνη κοντά στη συμβολή των ποταμών Χουκνγκ - Που και Σου - Τσέου και λίγο αργότερα με ιδιαίτερες διμερείς συμφωνίες το 1847 και η Γαλλία και το 1862 και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Το καθεστώς αυτό των εκχωρήσεων αν και συνέβαλε στην ανάπτυξη του εμπορίου και της βιομηχανίας, συνάντησε την άμεση αντίδραση του λαού. 


Το 1853 έγινε λαϊκή εξέγερση εναντίον των ξένων Ευρωπαίων και το 1860 ακολούθησε άλλη, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Αντίθετα εδραίωσαν τη θέση του καθεστώτος των ελεύθερων ζωνών στις οποίες λίγο αργότερα προστέθηκε και η ιαπωνική. Ήδη από τις αρχές ακόμα του 20ού αιώνα, η πόλη διαιρέθηκε στον ευρωπαϊκό τομέα που καταλάμβανε σημαντικό μέρος της πόλης και τα πιο αναπτυγμένα βιομηχανικά προάστια, όπου είχαν ιδρυθεί και τα πρώτα μεγάλα εργοστάσια από διάφορους ομίλους ξένων κεφαλαιούχων. 


Την περίοδο αυτή στο ευρωπαϊκό τμήμα χτίστηκαν πολλά ξενοδοχεία, επαύλεις και άλλα πολυτελή μέγαρα και ουσιαστικά απαγορευόταν η είσοδος και η κυκλοφορία των Κινέζων. Μάλιστα σε ορισμένα πάρκα και πολυτελή ξενοδοχεία είχαν αναρτηθεί και πινακίδες που απαγόρευαν να μπουν Κινέζοι και σκυλιά.


Η απροκάλυπτη αυτή κατοχή και ιδιαίτερα η συμπεριφορά των Ευρωπαίων, δυνάμωσε το κίνημα εναντίον των ξένων. Πολύ περισσότερο που ήδη από τις αρχές του 20ού αι. η Σαγκάη με την οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξή της υπήρξε ένα από τα λαϊκά εθνικά επαναστατικά κέντρα. Στην πόλη δρούσαν παράνομες δημοκρατικές εθνικές οργανώσεις που στρέφονταν τόσο εναντίον των ξένων όσο και της αυτοκρατορίας. 

Το 1911 πήρε ενεργό μέρος στην επανάσταση που ανακήρυξε τη Δημοκρατία στη χώρα και κατά τη διάρκεια των επαναστατικών γεγονότων του 1924 - 1927, που έληξαν με την επικράτηση του Κουόμιντανγκ, υπήρξε από τα κύρια επαναστατικά λαϊκά κέντρα.


Για να καταπνίξουν τη λαϊκή εξέγερση το 1925 στην πόλη αποβιβάστηκαν ξένα στρατεύματα, αγγλικά, αμερικάνικα, ιταλικά, γαλλικά, ιαπωνικά και τα οποία ανέλαβαν την τήρηση της τάξης και παρέμειναν μέχρι το 1927, ενώ μοίρες των στόλων τους περιπολούσαν έξω από τις ακτές και στο λιμάνι της. Η επικράτηση του Κουομιντάνγκ και του Τσιανγκ Κάι Σεκ ενίσχυσε ξανά τη θέση της χώρας. 


Το 1932 η Ιαπωνία που ανέκαθεν έτρεφε βλέψεις κατακτητικές στην Κίνα, παίρνοντας αφορμή τον φόνο ενός Ιάπωνα από Κινέζο, χωρίς καμιά προειδοποίηση αποβίβασε στην περιοχή της πόλης στράτευμα που με την υποστήριξη ισχυρής αεροπορίας και στόλου, άρχισαν συνδυασμένες επιχειρήσεις για την κατάληψή της.


 Συνάντησε όμως σθεναρή άμυνα, ιδιαίτερα από τα επαναστατικά λαϊκά τμήματα που σχηματίστηκαν σε όλη την περιοχή και τελικά με την επέμβαση και των άλλων Μεγάλων Δυνάμεων, που είχαν κατεστημένα συμφέροντα, οι Ιάπωνες αναγκάστηκαν να διακόψουν τις επιχειρήσεις και να αποσύρουν τα στρατεύματα.


Η συμφωνία που υπογράφτηκε εδραίωσε τη θέση και της Ιαπωνίας στην οποία εκχωρήθηκαν και νέα προνόμια. Τέσσερα χρόνια εξάλλου μετά, το 1936, την κατέλαβε και τη μετέτρεψε σε μεγάλη στρατιωτική βάση. Αλλά και πάλι ο λαός της Σαγκάης συνέχισε τον αγώνα του σ' όλη τη διάρκεια της ιαπωνικής κατοχής 1936 - 1945, στην πόλη δρούσαν παράνομα πολλές εθνικοαπελευθερωτικές οργανώσεις. Το 1945 μετά την ήττα της Ιαπωνίας, η πόλη ξαναβρήκε την ελευθερία, πλην όμως λίγο μετά, το 1947, εντάθηκαν πάλι οι πολιτικοί και κοινωνικοί αγώνες. 


Το 1949 με την προέλαση των κομμουνιστικών στρατευμάτων στην περιοχή, ξέσπασε νέα λαϊκή εξέγερση, που στράφηκε ιδιαίτερα εναντίον των Ευρωπαίων που ήδη εγκατέλειπαν την πόλη. Μετά την εγκαθίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας, το καθεστώς των εκχωρήσεων καταργήθηκε και τυπικά και όλες οι ξένες περιουσίες, βιομηχανίες, κτίσματα, εγκαταστάσεις λιμενικές κλπ. εθνικοποιήθηκαν.


Αυτός ο χάρτης της Σαγκάης (κέντρο και ανατολικά), του Τσιανγκσού (βόρεια) και Τσετσιάνγκ (νότια) δείχνει τις ανεπτυγμένες περιοχές και μερικώς αναπτυσσόμενες περιοχές γύρω από τη Σαγκάη, τη Ναντσίνγκ (σκούρο μπλε) και τη Χανγκτσόου με πράσινο χρώμα. Οι περιοχές με ανοικτό μπλε είναι μερικές από τις ανεπτυγμένες περιοχές στο Δέλτα του ποταμού Γιανγκτσέ. Τα επαρχιακά όρια είναι σε μωβ, ενώ τα υποεπαρχιακά σύνορα με γκρι.

Αυτή η δορυφορική εικόνα φυσικού χρώματος δείχνει την αστική περιοχή της Σαγκάης το 2016, μαζί με τα κύρια νησιά (από βορειοδυτικά προς νοτιοανατολικά) Τσονγκμίνγκ, Τσανγκσίνγκ, Χενγκσά και τους υφάλους Τζιουντουανσά έξω από το Πουντόνγκ.


Η Σαγκάη βρίσκεται στην ανατολική ακτή της Κίνας, περίπου στη μέση της απόστασης μεταξύ του Πεκίνου και της Κουανγκτσόου. Η Παλιά Πόλη και το μοντέρνο κέντρο της Σαγκάης βρίσκονται τώρα στο κέντρο μιας διευρυνόμενης χερσονήσου μεταξύ του Δέλτα του ποταμού Γιανγκτσέ στα βόρεια και τον κόλπο Χανγκτσόου στα νότια, που σχηματίζεται από τη φυσική εναπόθεση του Γιανγκτσέ και από σύγχρονα έργα ανάκτησης γης. 


Ο δήμος επαρχιακού επιπέδου της Σαγκάης διαχειρίζεται τόσο την ανατολική περιοχή αυτής της χερσονήσου όσο και πολλά από τα γύρω νησιά της.


 Συνορεύει στα βόρεια και δυτικά με το Τσιανγκσού, στα νότια με το Τσετσιάνγκ, και στα ανατολικά με τη Θάλασσα της Ανατολικής Κίνας. Το βορειότερο σημείο του βρίσκεται στο νησί Τσονγκμίνγκ, το δεύτερο μεγαλύτερο νησί στην ηπειρωτική Κίνα μετά την επέκτασή του κατά τον 20ό αιώνα.


Ωστόσο, ο δήμος δεν περιλαμβάνει ένα εξκλάβιο της επαρχίας Τσιανγκσού στο βόρειο Τσονγκμίνγκ ή τα δύο νησιά που σχηματίζουν το λιμάνι Γιανγκσάν της Σαγκάης, τα οποία αποτελούν μέρος της επαρχίας Σένγκσι του Τσετσιάνγκ. Αυτό το λιμάνι βαθέων υδάτων κατέστη αναγκαίο λόγω του αυξανόμενου μεγέθους των πλοίων μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων, αλλά και της λάσπωσης του Γιανγκτσέ, ο οποίος περιορίζεται σε λιγότερο από 20 μέτρα 70 χιλιόμετρα από τη Χανγκσά.


Το κέντρο της Σαγκάης διχοτομείται από τον ποταμό Χουανγκπού, έναν παραπόταμο του Γιανγκτσέ δημιουργημένο από ανθρώπους, που δημιουργήθηκε με εντολή του Λόρδου Τσουνσέν κατά τη διάρκεια της Περιόδου των εμπόλεμων κρατών. Το ιστορικό κέντρο της πόλης βρίσκεται στη δυτική όχθη του Χουανγκπού (Πουσί), κοντά στο στόμιο του κολπίσκου Σουτσόου, που το συνδέει με τη λίμνη Τάι και το Μεγάλο Κανάλι.


 Η κεντρική οικονομική περιοχή Λουτζιαζούι έχει αναπτυχθεί στην ανατολική όχθη του Χουανγκπού (Πουντόνγκ). Η καταστροφή των τοπικών υγροτόπων από τη δημιουργία του Διεθνούς Αεροδρομίου Πουντόνγκ κατά μήκος της ανατολικής ακτής της χερσονήσου αντισταθμίστηκε κάπως από την προστασία και την επέκταση των κοντινών υφάλων Τζιουντουανσά ως προστατευόμενη περιοχή.

Η θέση της Σαγκάης σε προσχωσιγενή πεδιάδα σημαίνει ότι η συντριπτική πλειοψηφία των 6.340 τ.χλμ. της πόλης είναι επίπεδο, με μέσο υψόμετρο 4 μέτρων.


Το αμμώδες έδαφος της πόλης απαιτούσε το χτίσιμο των ουρανοξυστών με βαθιές σωρούς από σκυρόδεμα για να τους σταματήσουν από το να βυθίζονται στο μαλακό έδαφος της κεντρικής περιοχής. 


Οι λίγοι λόφοι όπως ο Σε Σαν βρίσκονται στα νοτιοδυτικά της πόλης και το υψηλότερο σημείο είναι η κορυφή του νησιού Ντατζινσάν στον Κόλπο Χανγκτσόου, με υψόμετρο 103 μέτρων. Η πόλη έχει πολλά ποτάμια, κανάλια, ρέματα και λίμνες και είναι γνωστή για τους πλούσιους υδάτινους πόρους της ως τμήμα της περιοχής απορροής της λίμνης Τάι.

Η Σαγκάη έχει υγρό υποτροπικό κλίμα (τύπος Cfa της κλιματικής ταξινόμησης Κέππεν) και έχει τέσσερις ξεχωριστές εποχές. 


Οι χειμώνες είναι ψυχροί και υγροί, ενώ οι βορειοδυτικοί άνεμοι από τη Σιβηρία μπορούν να προκαλέσουν χαμηλές θερμοκρασίες τη νύχτα, φτάνοντας κάτω από το μηδέν, αν και στα περισσότερα χρόνια υπάρχουν μόνο μία ή δύο μέρες με χιονόπτωση. 


Τα καλοκαίρια είναι ζεστά και υγρά, με μέσο όρο 8.7 ημερών όπου η θερμοκρασία υπερβαίνει τους 35 °C ετησίως. Ακόμη υπάρχουν περιστασιακές βροχοπτώσεις ή έντονες καταιγίδες. Η πόλη είναι επίσης επιρρεπής σε τυφώνες το καλοκαίρι και τις αρχές του φθινοπώρου. Από αυτούς, κανένας δεν έχει προκαλέσει σημαντική ζημιά τα τελευταία χρόνια.


Οι πιο ευχάριστη εποχή είναι η άνοιξη, αν και τότε ο καιρός είναι μεταβλητός και συχνά βροχερός, και το φθινόπωρο, το οποίο γενικά είναι ηλιόλουστο και ξηρό. 


Η μέση θερμοκρασία τον Ιανουάριο είναι 4.8 °C τον Ιανουάριο και 28.6 °C τον Ιούλιο, με ετήσιο μέσο όρο 17.1 °C. Με μηνιαίο ποσοστό ηλιοφάνειας που ποικίλει από 34% τον Μάρτιο έως 54% τον Αύγουστο, η πόλη δέχεται 1.895 ώρες λαμπερής ηλιοφάνειας ετησίως. 

Οι ακραίες θερμοκρασίες από το 1951 κυμαίνονται από -10.1 °C στις 31 Ιανουαρίου 1977 (μια ανεπίσημη καταγραφή στους -12.1 °C καταγράφτηκε στις 19 Ιανουαρίου 1893) μέχρι τους 39.9 °C στις 6 και 8 Αυγούστου 2013. Ένα υψηλότερο ρεκόρ των 40.9 °C καταγράφηκε στον σταθμό Σουτζιαχούι, ένα σταθμό στο κέντρο της πόλης στις 21 Ιουλίου 2017


ΠΗΓΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Read More
ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ
ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑ - ΚΟΣΜΟΣ
ΠΡΟΣΩΠΑ
ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ - ΠΟΙΗΣΗ
ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ
ΠΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ