Κρήτη πόλεις και χωριά: 15 Α - ΠΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ.
ΣΑΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 15 Α - ΠΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 15 Α - ΠΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Απριλίου 2026

Η Μαδρίτη η πρωτεύουσα και μεγαλύτερη πόλη της Ισπανίας

Απριλίου 26, 2026 0

 Η Μαδρίτη (ισπ. Madrid, [[maˈðɾið]]) είναι η πρωτεύουσα και μεγαλύτερη πόλη της Ισπανίας και έχει πληθυσμό περίπου 3,3 εκατομμύρια, ενώ ο συνολικός πληθυσμός της Μητροπολιτικής Περιοχής της Μαδρίτης υπολογίζεται σε περίπου 6,5 εκατομμύρια. 


Είναι η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως μετά το Βερολίνο, ενώ η μητροπολιτική περιοχή είναι επίσης η δεύτερη μεγαλύτερη στην Ευρωπαϊκή Ένωση μετά από εκείνη του Παρισιού

Η πόλη έχει έκταση 604,3 τ.χλμ.

Η πόλη βρίσκεται στις όχθες του ποταμού Μανθανάρες στο κέντρο και της χώρας αλλά και της Κοινότητας της Μαδρίτης, η οποία αποτελείται από την πόλη της Μαδρίτης, το πολεοδομικό της συγκρότημα και τα προάστια και γύρω χωριά. Η κοινότητα συνορεύει με τις αυτόνομες κοινότητες της Καστίλλης και Λεόν και της Καστίλλης-Λα Μάντσα. Όντας πρωτεύουσα της Ισπανίας, είναι έδρα της κυβέρνησης και του Ισπανού μονάρχη, ενώ είναι και το πολιτικό, οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο της Ισπανίας.


 Σημερινή δήμαρχος της πόλης είναι η Μανουέλα Καρμένα, του κινήματος Ahora Madrid (Τώρα η Μαδρίτη), που διατηρεί μια έντονη σχέση με το πολιτικό κόμμα Ποδέμος.


Το πολεοδομικό συγκρότημα της Μαδρίτης έχει το τρίτο μεγαλύτερο ΑΕΠ στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ η επιρροή που ασκεί στην πολιτική, την εκπαίδευση, τη διασκέδαση, το αστικό περιβάλλον, τα μέσα, τη μόδα, την επιστήμη, τον πολιτισμό και τις τέχνες συμβάλλει στην καθιέρωσή της ως μία από τις κύριες παγκόσμιες πόλεις

 Εξαιτίας της οικονομικής της παραγωγής, του υψηλού βιοτικού επιπέδου, και του μεγέθους της αγοράς της, η Μαδρίτη θεωρείται το μείζον οικονομικό κέντρο της Νότιας Ευρώπης. και της Ιβηρικής Χερσονήσου, ενώ αποτελεί την έδρα των κεντρικών γραφείων της πλειοψηφίας των κύριων ισπανικών επιχειρήσεων, όπως η Telefónica, η Iberia και η Repsol. Η Μαδρίτη είναι η 10η πόλη στον κόσμο ως προς τη διαβίωση σύμφωνα με το περιοδικό Monocle, ενώ κατατάσσεται επίσης ανάμεσα στις 12 πιο πράσινες ευρωπαϊκές πόλεις για το 2010.

Στη Μαδρίτη βρίσκονται τα κεντρικά γραφεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Τουρισμού (World Tourism Organization, WTO), ο οποίος ανήκει στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, της Ιβηροαμερικανικής Γενικής Γραμματείας (Secretaría General Iberoamericana , SEGIB), του Οργανισμού Ιβηροαμερικανικών Κρατών (Organization of Ibero-American States, OEI) και του Οργανισμού Επιτήρησης Δημοσίου Συμφέροντος (Public Interest Oversight Board, PIOB). 


Στην πόλη έχουν επίσης την έδρα τους διεθνή ιδρύματα ρύθμισης της ισπανικής γλώσσας: Η Μόνιμη Επιτροπή του Συνδέσμου Ακαδημιών Ισπανικής Γλώσσας, η Βασιλική Ισπανική Ακαδημία (Real Academia Española, RAE), το Ινστιτούτο Θερβάντες και το Fundéu BBVA. Στη Μαδρίτη διοργανώνονται εκθέσεις όπως η FITUR, η ARCO, η SIMO TCI και η Εβδομάδα Μόδας της Μαδρίτης Cibeles.


Ενώ η Μαδρίτη διαθέτει σύγχρονες υποδομές, έχει διατηρήσει την όψη και την αισθητική πολλών από τις ιστορικές γειτονιές και οδούς. Τα αξιοθέατά της περιλαμβάνουν το Βασιλικό Παλάτι της Μαδρίτης, το Βασιλικό Θέατρο με την αποκατεστημένη Λυρική Σκηνή του, του 1850, το πάρκο Μπουέν Ρετίρο το οποίο ιδρύθηκε το 1631, το κτίριο της Εθνικής Βιβλιοθήκης το οποίο περιέχει κάποια από τα ιστορικά αρχεία της Ισπανίας, μεγάλος αριθμός εθνικών μουσείων, και το Χρυσό Τρίγωνο της Τέχνης, το οποίο βρίσκεται κατά μήκος της Πασέο δελ Πράδο και το οποίο αποτελείται από τρία μουσεία τέχνης: το Μουσείο Πράδο, το Μουσείο Τέχνης Βασίλισσα Σοφία, μουσείο μοντέρνας τέχνης, και το Μουσείο Thyssen-Bornemisza το οποίο συμπληρώνει τις ελλείψεις των άλλων δύο μουσείων.

Η Plaza de Cibeles με το παλάτι και το συντριβάνι της έχουν γίνει το μνημείο σύμβολο της πόλης.

Υπάρχουν διάφορες θεωρίες σχετικά με την προέλευση του ονόματος «Μαδρίτη» (Madrid). Σύμφωνα με ένα μύθο η Μαδρίτη ιδρύθηκε από τον Όκνο Μπιάνορ (Ocno Bianor, γιο του Βασιλιά Τυρρήνιου της Τοσκάνης και της Μάντουας) και ονομάστηκε Metragirta ή Mantua Carpetana. Κατά άλλους το πρώτο όνομα της πόλης ήταν Ursaria («γη των αρκούδων» στα λατινικά), εξαιτίας των πολλών αρκούδων που υπάρχουν στα γύρω δάση, οι οποίες μαζί με την κουμαριά (ισπανικά madroño), αποτελούν το έμβλημα της πόλεως από τα μεσαιωνικά χρόνια.


Το αρχαιότερο καταγεγραμμένο όνομα της πόλης, «Magerit» (από το *Materit ή το *Mageterit;) προέρχεται από το όνομα ενός οχυρού που χτίστηκε στον ποταμό Μανθανάρες τον 9ο αιώνα ΚΕ και σημαίνει «τόπος με άφθονο νερό». Αν η μορφή είναι σωστή, θα μπορούσε να είναι κελτικής προέλευσης από το ritu- «οχυρό» (παλαιά ουαλικά rit, ουαλικά rhyd, παλαιά βρετονικά rit, παλαιά βόρεια γαλλικά roy) και από ένα λιγότερο εμφανές πρώτο συνθετικό *mageto προερχόμενο από το magos «πεδίο, πεδιάδα» (παλαιά ιρλανδικά mag «πεδίο», βρετονικά ma «τόπος») ή το matu «αρκούδα», το οποίο θα εξηγούσε και τη λατινική μετάφραση Ουρσάλια.


Μια άλλη επικρατούσα θεωρία για την προέλευση του ονόματος είναι ότι προέρχεται από τον 2ο αιώνα π.Χ.. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ίδρυσε ένα οικισμό στις όχθες του ποταμού Μανθανάρες. Το όνομα του αρχικού οικισμού ήταν Matrice (αναφορά στον ποταμό που διέσχισε τον οικισμό). 


Μετά τις εισβολές των γερμανικών λαών, Σουηβών και Βανδάλων, καθώς και των σαρματικών Αλανών κατά τη διάρκεια του 5ου αιώνα ΚΕ, η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δεν είχε πλέον την απαιτούμενη στρατιωτική παρουσία για την άμυνα των περιοχών της στην Ιβηρική χερσόνησο, και σαν αποτέλεσμα αυτές οι περιοχές καταλήφθηκαν σύντομα από τους Βάνδαλους, οι οποίοι εκτοπίστηκαν εν συνεχεία από τους Βησιγότθους, και οι οποίοι τελικά κυβέρνησαν τη ρωμαϊκή Ισπανία (Hispania) στο όνομα του Ρωμαίου αυτοκράτορα, καταλαμβάνοντας μαζί με αυτή και τη «Matrice». 

Τον 7ο αιώνα, με την ισλαμική κατάκτηση της Ιβηρικής χερσονήσου, το όνομα άλλαξε σε «Μαϊρίτ», από τον αραβικό όρο Μάιρα (ميرا) (αναφέρεται στο νερό ως δότη ζωής) και την ιβηρο-ρωμαϊκή κατάληξη it που σημαίνει «τόπος». 


Το σύγχρονο «Madrid» εξελίχθηκε από το μοζαραβικό "Ματρίτ", το οποίο χρησιμοποιείται ακόμα στο μαδριλένικο δημώνυμο (ματριτένσε)

Αν και η τοποθεσία της σημερινής Μαδρίτης κατοικούνταν από τους προϊστορικούς χρόνους, και υπάρχουν αρχαιολογικά κατάλοιπα εγκατάστασης Καρπετανών, ρωμαϊκές επαύλεις, μία βησιγοτθική βασιλική κοντά στην εκκλησία της Σάντα Μαρία δε λα Αλμουδένα και τρεις βησιγοτθικές νεκροπόλεις κοντά στην Κάσα δε Κάμπο, το Τετουάν και το Βικαλβάρο, η πρώτη ιστορική αναφορά για την ύπαρξη οικισμού στη Μαδρίτη χρονολογείται από τη μουσουλμανική εποχή. Για πρώτη φορά γίνεται λόγος για τη Μαδρίτη στις αρχές του 10ου αιώνα, όταν αποτελούσε οχυρό των Αράβων και ονομαζόταν Ματζρίτ. Ο βασιλιάς της, Λεώνης Ραμίρο Β' λεηλάτησε την περιοχή το 931.

Στο δεύτερο μισό του 9ου αιώνα, ο Εμίρης Μουχάμαντ Α της Κόρδοβα έχτισε ένα οχυρό σε ένα ύψωμα κοντά στον ποταμό Μανθανάρες, ως ένα από τα πολλά οχυρά που έδωσε εντολή να κτιστούν στα σύνορα μεταξύ της Αλ-Ανταλούς και των βασιλείων της Λεόν και της Καστίλης, με σκοπό την προστασία του Τολέδου από τις εισβολές των χριστιανών αλλά και για τη λειτουργία ως σημείου εκκίνησης των μουσουλμανικών επιθέσεων. Μετά την κατάλυση του Χαλιφάτου της Κόρδοβας, η Μαδρίτη ενσωματώθηκε στην Τάιφα του Τολέδου.


Με την παράδοση του Τολέδου στον Αλφόνσο ΣΤ΄ του Λεόν και της Καστίλης, η πόλη κατακτήθηκε από τους Χριστιανούς το 1085 και ενσωματώθηκε στο βασίλειο της Καστίλης ως ιδιοκτησία του Στέμματος. Οι χριστιανοί εκτόπισαν του μουσουλμάνους από την κατοίκηση του κέντρου της πόλης, ενώ οι μουσουλμάνοι και οι εβραίοι εγκαταστάθηκαν στα προάστια. Η πόλη ανθούσε και της δόθηκε ο τίτλος της Villa, της οποίας η διοικητική επικράτεια εκτείνονταν από τον ποταμό Χαράμα στα ανατολικά έως τον ποταμό Γουδαράμα στα δυτικά. 

Η διακυβέρνηση της πόλης εδραιώθηκε στη Μαδρίτη το 1346, όταν ο βασιλιάς Αλφόνσος ΙΑ΄ της Καστίλης επιβάλει το καθεστώς στο οποίο μόνο η τοπική ολιγαρχία έπαιρνε μέρος στις αποφάσεις της πόλης. Το 1188, η Μαδρίτη κέρδισε το δικαίωμα να είναι αντιπροσωπεύεται στην αυλή της Καστίλης. Το 1202, ο βασιλιάς Αλφόνσος Η΄ της Καστίλης παραχώρησε τον πρώτο καταστατικό χάρτη ώστε να ρυθμίζει το δημοτικό συμβούλιο[43], ο οποίος τροποποιήθηκε το 1222 από τον Φερδινάνδο Γ΄ της Καστίλης.


Η Μαδρίτη υπήρξε πολλές φορές εστία ταραχών, από τις οποίες η μεγαλύτερη ήταν η επανάσταση των Κομμονέρος (1520-1521) εναντίον του Κάρολου του Ε'.


Την εποχή του Φίλιππου Β΄ η Μαδρίτη έγινε πρωτεύουσα της Ισπανικής Αυτοκρατορίας και έδρα του βασιλιά. Μόνο όμως κατά τον 18ο αιώνα, με την άφιξη των Βουρβόνων, η πόλη απόκτησε ζωή και εμφάνιση πρωτεύουσας.

Κατά τον Ισπανικό εμφύλιο πόλεμο (1936-1939) η Μαδρίτη δέχθηκε την επίθεση του στρατηγού Φρανθίσκο Φράνκο, που κατέλαβε ορισμένες περιοχές στις δυτικές και βορειοδυτικές παρυφές της πόλης. Οι δημοκρατικές δυνάμεις κράτησαν την πόλη μέχρι το 1939, αλλά υπέκυψαν, γιατί οι σφοδρές αεροπορικές επιθέσεις είχαν προξενήσει σημαντικές ζημιές.

Η Μαδρίτη είναι το πολιτιστικό κέντρο της χώρας. Μουσεία όπως το Μουσείο ντελ Πράδο, το Museo de Cera, το Museo Arqueológico Nacional, το Εθνικό Μουσείο Τέχνης Βασίλισσα Σοφία και το Museo Thyssen-Bornemisza είναι διεθνώς γνωστά. Άλλα αξιοθέατα είναι τα ανάκτορα Παλάθιο Ρεάλ, ο καθεδρικός ναός Λα Αλμουδένα οι εκκλησίες San Isidro el Real και Francisco el Grande καθώς και το πάρκο Μπουέν Ρετίρο και η πλατεία Πλάθα Μαγιόρ.

Read More

Σάββατο 25 Απριλίου 2026

Ουάσινγκτον η πρωτεύουσα των Ηνωμένων Πολιτειών.

Απριλίου 25, 2026 0

 Η Ουάσινγκτον αγγλικά: Washington, D.C.‎‎, επισήμως Περιφέρεια της Κολούμπια αγγλικά: District of Columbia‎‎, είναι η πρωτεύουσα των Ηνωμένων Πολιτειών. Έχει έκταση 177 τ.χλμ. και πληθυσμό 720.687 κατοίκους σύμφωνα με έρευνες του 2020.


Η μητροπολιτική περιοχή της Ουάσινγκτον το 2019, υπολογίζεται ότι είχε 6.280.697 κατοίκους και ήταν η έκτη μεγαλύτερη στη χώρα.


Στις 16 Ιουλίου 1790, το προεδρικό διάταγμα ενέκρινε τη δημιουργία μιας περιφέρειας πρωτεύουσας ευρισκόμενης κατά μήκος του Ποταμού Ποτόμακ στην Ανατολική Ακτή. 


Όπως ορίζεται από το Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών, η Περιφέρεια είναι στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Κογκρέσου των Ηνωμένων Πολιτειών και συνεπώς δεν αποτελεί τμήμα καμίας πολιτείας των ΗΠΑ.

Οι πολιτείες του Μέριλαντ και της Βιρτζίνια, δώρισαν έκαστη γη για να δημιουργηθεί η ομοσπονδιακή περιφέρεια, η οποία περιελάμβανε τους προϋπάρχοντες οικισμούς του Τζόρτζταουν και της Αλεξάντρια όμως, το Κογκρέσο την επέστρεψε στη Βιρτζίνια το 1846. Ονομασμένη προς τιμήν του Τζορτζ Ουάσινγκτον, η Πόλη της Ουάσινγκτον ιδρύθηκε το 1791 για να εξυπηρετεί τον σκοπό της νέας εθνικής πρωτεύουσας. Το Κογκρέσο δημιούργησε μια ενιαία δημοτική διοίκηση για όλη την Περιφέρεια της Κολούμπια μετά τον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο.

Ένας λαός που μιλούσε μια Αλγκονκιανή γλώσσα γνωστός ως Νακότστανκ κατοικούσε την περιοχή γύρω από τον Ποταμό Ανακόστρια όταν έφθασαν οι πρώτοι Ευρωπαίοι τον 17ο αιώνα. Όμως, η φυλή Νακότστανκ είχε μετακινηθεί από την περιοχή μέχρι τον 18ο αιώνα.


Το άρθρο ένα, τμήμα οχτώ του συντάγματος των ΗΠΑ επιτρέπει τη δημιουργία μιας «περιοχής (με έκταση που δεν υπερβαίνει τα δέκα τετραγωνικά μίλια), από τμήματα συγκεκριμένων πολιτειών, και με την αποδοχή του κογκρέσου να γίνει έδρα της κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών». Όμως, το σύνταγμα δεν δηλώνει κάποια συγκεκριμένη τοποθεσία για την πρωτεύουσα. 


Το 1790, οι Τζέιμς Μάντισον, Αλεξάντερ Χάμιλτον και Τόμας Τζέφερσον συμφώνησαν ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα πλήρωνε τα εναπομείναντα επαναστατικά χρέη των πολιτειών με αντάλλαγμα τη δημιουργία νέας πρωτεύουσας στις νότιες Ηνωμένες Πολιτείες.

Η περιφέρεια της Κολούμπια το 1835

Τις 9 Ιουλίου 1790, το Κογκρέσο υπερψήφισε τη δημιουργία νέας εθνικής πρωτεύουσας στον ποταμό Ποτόμακ. Η ακριβής θέση της επιλέχθηκε από τον πρόεδρο Τζορτζ Ουάσινγκτον, ο οποίος επικύρωσε τον νόμο τις 16 Ιουλίου. Το αρχικό σχήμα της ομοσπονδιακής περιφέρειας, η οποία δημιουργήθηκε από εδάφη που δώρισαν οι πολιτείες Μέριλαντ και Βιρτζίνια, ήταν τετράγωνο, με μήκος πλευράς 10 μίλια (16 χιλιόμετρα) και είχε συνολική έκταση 100 τετραγωνικά μίλια (259 χλμ²). 

Δύο προϋπάρχοντες οικισμοί συμπεριλήφθηκαν στην επικράτεια, το λιμάνι του Τζορτζτάουν στο Μέριλαντ, το οποίο είχε ιδρυθεί το 1751, και η πόλη Αλεξάντρια, στη Βιρτζίνια, η οποία ιδρύθηκε το 1749. Το 1791-92, τοποθετήθηκαν πλάκες στα όρια της περιφέρειας ανά μίλι.Πολλές σώζονται μέχρι σήμερα.


Η νέα ομοσπονδιακή πόλη κατασκευάστηκε στις βόρειες όχθες του Ποτόμακ, ανατολικά του Τζορτζτάουν. Τις 9 Σεπτεμβρίου 1791, οι τρεις επίτροποι που επέβλεπαν την κατασκευή της πρωτεύουσας ονόμασαν την πόλη προς τιμή του προέδρου Ουάσινγκτον. Η ομοσπονδιακή περιοχή ονομάστηκε Κολούμπια, το οποίο ήταν ένα ποιητικό όνομα των Ηνωμένων Πολιτειών εκείνη την εποχή.[16][17] Το Κογκρέσο συνεδρίασε για πρώτη φορά στην Ουάσιγκτον τις 17 Νοεμβρίου 1800.

Το 1801, με τον οργανικό νόμο, η περιφέρεια οργανώθηκε επίσημα και τέθηκε υπό τον αποκλειστικό έλεγχο της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Επιπλέον, η περιφέρεια οργανώθηκε σε δύο κομητείες, την κομητεία της Ουάσινγκτον στα ανατολικά του Ποτόμακ και την κομητεία Αλεξάντρια στα δυτικά. Μετά από τον νόμο, οι κάτοικοι της περιφέρειας δεν θεωρούνταν κάτοικοι του Μέριλαντ ή της Βιρτζίνια, με αποτέλεσμα να μην εκπροσωπούνται πλέον στο κογκρέσο.

Τις 24-25 Αυγούστου 1814, με επιδρομή, οι βρετανικές δυνάμεις εισέβαλαν στην Ουάσιγκτον και την έκαψαν κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1812. Το καπιτώλιο, το θησαυροφυλάκιο και ο Λευκός Οίκος κάηκαν κατά τη διάρκεια της επίθεσης Τα περισσότερα κυβερνητικά κτίρια επισκευάστηκαν γρήγορα, όμως το καπιτώλιο παρέμεινε υπό κατασκευή μέχρι το 1868.



Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1830, η περιοχή της Αλεξάνδρια βρέθηκε σε οικονομική παρακμή, εν μέρει εξαιτίας της αμέλησής της από το Κογκρέσο. Η πόλη της Αλεξάντρια ήταν μεγάλη αγορά δούλων και οι υπέρμαχοι της δουλείας φοβόντουσαν την κατάργησή της από το Κογκρέσο, επηρεάζοντας ακόμη περισσότερο την οικονομία. 

Οι κάτοικοι της Αλεξάντρια ζήτησαν από τη Βιρτζίνια να δεχθεί πίσω τη γη που δώρησε για τον σχηματισμό της περιφέρειας. Η γενική συνέλευση της Βιρτζίνια ψήφισε τον Φεβρουάριο του 1846 την επιστροφή της Αλεξάντρια και τις 9 Ιουλίου 1846, το Κογκρέσο συμφώνησε να επιστραφεί ολόκληρη η έκταση που είχε δοθεί από τη Βιρτζίνια. Το 1850, το εμπόριο δούλων, αλλά όχι η δουλεία, τέθηκε εκτός νόμου στην ομοσπονδιακή περιφέρεια.


Η έναρξη του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου το 1861 οδήγησε σε επέκταση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και σημαντική αύξηση του πληθυσμού της περιφέρειας, συμπεριλαμβανομένων και πολλών απελευθερωμένων δούλων. Ο πρόεδρος Αβραάμ Λίνκολν υπέγραψε την πράξη κατάργησης της δουλείας το 1862, με την οποία έληξε η δουλεία στην περιφέρειας της Κολούμπια. Το 1868, οι Αφροαμερικανοί απέκτησαν δικαίωμα ψήφου στις δημοτικές εκλογές.

Μέχρι το 1870, ο πληθυσμός της περιφέρειας είχε αυξηθεί κατά 75% σε σχέση με την προηγούμενη απογραφή, φτάνοντας τους 132.000 κατοίκους. Παρά την ανάπτυξη της χώρας, η Ουάσινγκτον παρέμενε με χωματόδρομους και χωρίς βασική υγιεινή. 


Κάποια μέλη του κογκρέσου πρότειναν να μετακινηθεί η πρωτεύουσα πιο δυτικά, αλλά ο πρόεδρος Οδυσσεύς Γκραντ αρνήθηκε να σκεφτεί την πρόταση Με τον οργανικό νόμο του 1871 καταργήθηκαν τα ξεχωριστά συμβούλια της Ουάσιγκτον και Τζορτζτάουν και δημιουργήθηκε ενιαία διοικητική αρχή για την περιφέρεια της Κολούμπια. Τη δεκαετία του 1870 άρχισε ο εκσυγχρονισμός της πόλης.

Με την κατασκευή των πρώτων αμαξιτών δρόμων το 1888, η πόλη επεκτάθηκε πέρα από τα αρχικά όρια που είχε θέσει το αρχικό σχέδιο.[30] Το Τζορτζτάουν ενσωματώθηκε επισήμως στην Ουάσινγκτον το 1895. Στις αρχές του 20ού αιώνα, η Ουάσινγκτον ήταν η πρώτη αμερικανική πόλη η οποία επανασχεδιάστηκε ως τμήμα του κινήματος για όμορφες πόλεις. Οι αυξημένες ομοσπονδιακές δαπάνες ως αποτέλεσμα του New Deal, κατασκευάστηκαν στην πόλη νέα κυβερνητικά κτίρια, μνημεία και μονάδες. Οι κυβερνητικές δραστηριότητες συνέχισαν να αυξάνονται στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μέχρι το 1950, η πληθυσμός της περιφέρειας έφτασε στη μέγιστη τιμή του, 802.178 κατοίκους.


Τις 11 Σεπτεμβρίου 2001, τρομοκράτες οδήγησαν την πτήση 77 της American Airlines να συγκρουστεί με το Πεντάγωνο, στο γειτονικό Άρλινγκτον. Η πτήση 93 της United Airlines θεωρείται ότι είχε στόχο την Ουάσινγκτον, αλλά συνετρίβη στη δυτική Πενσυλβάνια όταν οι επιβάτες επιχείρησαν να ανακτήσουν τον έλεγχο του αεροπλάνου από τους αεροπειρατές

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του αμερικανικού γραφείου απογραφών ο πληθυσμός της πόλης κατά την 1η Ιουλίου του 2015 ήταν 672.228 σημειώνοντας αύξηση 11,7% από την εθνική απογραφή του 2010. Η αύξηση αυτή ακολουθεί την ανοδική τάση που άρχισε να σημειώνεται από το 2000, ενώ κατά τις προηγούμενες δεκαετίες σημειώνονταν μείωση. Η πόλη ήταν η 24η πολυπληθέστερη πόλη των ΗΠΑ κατά το 2010, ενώ κατά τη διάρκεια της ημέρας με τις μετακινήσεις εργαζομένων κ.α. από τα προάστια ο πληθυσμός ξεπερνούσε το 1 εκατομμύριο. Σε σύγκριση με τα μεγέθη των αμερικανικών πολιτειών, η πόλη έχει μεγαλύτερο πληθυσμό από το Βερμόντ και το Ουαϊόμινγκ, και θα κατατάσσονταν 49η εάν ήταν πολιτεία.


Η μητροπολιτική περιοχή της Ουάσινγκτον, στην οποία περιλαμβάνονται και η πόλη και τα προάστια της, είναι η 7η μεγαλύτερη μητροπολιτική περιοχή στις ΗΠΑ με εκτιμώμενο πληθυσμό τους 6 εκατομμύρια κατοίκους, σύμφωνα με στοιχεία του 2014. Εάν στην περιοχή αυτή συμπεριληφθεί και η Βαλτιμόρη με τα προάστια της, η συνδυασμένη περιοχή έχει πληθυσμό 9,5 εκατομμυρίων κατοίκων.

Φυλετική κατανομή

Κατά το 2015, ο πληθυσμός της πόλης αποτελούνταν κατά 48,3% από μαύρους, 44.1% από λευκούς (εκ των οποίων το 36,1% μη λατινοαμερικανικής καταγωγής), 4,2% ασιάτες, 0,6% ιθαγενείς ινδιάνοι, και 0,2% με καταγωγή από τη Χαβάη ή άλλα νησιά του Ειρηνικού. Τα άτομα με μικτή καταγωγή, αποτελούσαν το 2,7% του πληθυσμού, ενώ οι κάτοικοι με καταγωγή από τη Λατινική Αμερική το 10,6%.


Η πόλη διέθετε σημαντικό αριθμό μαύρων κατοίκων από την ίδρυση της,[44] καθώς οι Αφροαμερικανοί αποτελούσαν το 30% του συνολικού πληθυσμού της πόλης ανάμεσα στο 1800 και το 1940 Ο πληθυσμός τους σημείωσε ιδιαίτερη αύξηση κατά τη δεκαετία του 1970 φτάνοντας το 70%, άλλα έκτοτε άρχισε να μειώνεται σταθερά καθώς πολλοί μετακινήθηκαν στα προάστια. Εν μέρει λόγω και της αύξησης των τιμών των ενοικίων και των ακινήτων, υπήρξε μια αύξηση 31,4% των λευκών μη ισπανόφωνης καταγωγής, και μείωση 11,5% του πληθυσμού των μαύρων


Κατά το 2010, υπήρχαν 81.734 μετανάστες εγκατεστημένοι στην πόλη,[46] με τους περισσότερους από αυτούς να προέρχονται από το Ελ Σαλβαδόρ, Βιετνάμ, και Αιθιοπία.


Ηλικιακή κατανομή

Το 17% της πόλης ήταν 18 ετών ή νεότεροι το 2010, ένα ποσοστό το οποίο είναι χαμηλότερο από τον μέσο όρο των ΗΠΑ ο οποίος είναι 24%. Ωστόσο στην ηλικία των 34 ετών, η πόλη διαθέτει τη χαμηλότερη μέση τιμή ηλικίας συγκρινόμενη με τις 50 πολιτείες των ΗΠΑ


Εκπαίδευση

Σύμφωνα με τα στοιχεία μελέτης του 2007, το 1/3 των κατοίκων της πόλης ήταν αναλφάβητο, σε αντίθεση με το 1/5 το οποίο υπάρχει συνήθως σε εθνικό επίπεδο στις ΗΠΑ, κάτι που έχει αποδοθεί στον αριθμό των μεταναστών που ζουν στην πόλη και δεν γνωρίζουν αγγλικά.

Κατά το 2011, το 85% των κατοίκων της πόλης με ηλικία 5 ετών και άνω, μιλούσε αγγλικά στο σπίτι ως την πρώτη γλώσσα.[50] Οι μισοί από τους κατοίκους είχαν τελειώσει 4ετές πρόγραμμα σπουδών σε κολλέγιο το 2006

Το ετήσιο εισόδημα κατά κεφαλή στην πόλη είναι 69.761 ($) δολάρια Αμερικής[51], ωστόσο το 14,7% των κατοίκων ήταν φτωχοί το 2019.


Η θρησκευτική κατανομή της πόλης είναι:

Χριστιανοί

17% βαπτιστές,

13% καθολικοί,

6% ευαγγελικοί προστεστάντες,

4% μεθοδιστές,

3% αγγλικανοί,

3% ορθόδοξοι,

1% πεντηκοστιανοί,

1% αντβεντιστές,

1% λουθηρανοί,

1% πρεσβυτεριανοί,

1% μορμόνοι,

Άλλες θρησκείες

3% ιουδαϊστές,

1% βουδιστές,

1% μουσουλμάνοι,

1% ινδουιστές


Πάνω από το 90% των κατοίκων διαθέτει ασφάλιση υγείας, κυρίως μέσω προσπαθειών των δημοτικών αρχών για την εξασφάλιση μιας βασικής ασφάλισης για το ποσοστό του πληθυσμού με χαμηλό εισόδημα. Σύμφωνα με στοιχεία του 2009, 3% των κατοίκων ήταν προσβεβλημένο από HIV ή AIDS, κάτι που θεωρείται εξαιρετικά υψηλό ποσοστό.


Στην πόλη ζουν πάνω από 12.000 παντρεμένα ζευγάρια του ιδίου φύλου, ποσοστό που αντιστοιχεί στο 4,3% του συνολικού πληθυσμού (2015). Η νομοθεσία για τον γάμο ατόμων με το ίδιο φύλο ψηφίστηκε το 2009, και ξεκίνησε να εφαρμόζεται από τον Μάρτιο του 2010.


Εκπαίδευση

Τα ιδιωτικά πανεπιστήμια στην Ουάσιγκτον περιλαμβάνουν τα: Αμερικανικό Πανεπιστήμιο, Καθολικό Πανεπιστήμιο της Αμερικής, Πανεπιστήμιο Τζώρτζταουν, το Πανεπιστήμιο Τζορτζ Ουάσινγκτον και παράρτημα του Πανεπιστημίου Τζονς Χόπκινς. Επιπρόσθετα, το επίσης ιδιωτικό Χάουαρντ είναι ένα ιστορικά Αφροαμερικανικό πανεπιστήμιο στην πρωτεύουσα των ΗΠΑ.



Το δημόσιο κρατικό Πανεπιστήμιο της Περιφέρειας της Κολούμπια βρίσκεται επίσης στην Ουάσιγκτον. Και αυτό έχει αποκτήσει τη φήμη ενός καλού πανεπιστημίου για Αφροαμερικανούς.

Read More

Παρασκευή 24 Απριλίου 2026

Το Βερολίνο η πρωτεύουσα της Γερμανίας.

Απριλίου 24, 2026 0

 Το Βερολίνο (γερμανικά: Berlin‎‎) είναι η πρωτεύουσα και η μεγαλύτερη σε έκταση και πληθυσμό πόλη της Γερμανίας. Ως προς τον πληθυσμό, είναι η μεγαλύτερη πόλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς η μητροπολιτική περιοχή Βερολίνου-Βρανδεμβούργου αριθμεί 6.216.845 κατοίκους (2023). Επίσης, η πόλη του Βερολίνου αποτελεί και κρατίδιο της γερμανικής ομοσπονδίας.


Στην ιστορία του, το Βερολίνο ήταν πρωτεύουσα διαφόρων κρατών, όπως της Μαρκιωνίας του Βρανδεμβούργου, του Βασιλείου της Πρωσίας, της Γερμανικής Αυτοκρατορίας του Γ΄Ράιχ και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Στις 3 Οκτωβρίου 1990 έγινε με την επανένωση των δύο γερμανικών κρατών πρωτεύουσα της ενοποιημένης Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και αντικατέστησε έτσι τη μέχρι τότε πρωτεύουσα, τη Βόννη. 


Το γερμανικό κοινοβούλιο, που μέχρι τότε εξακολουθούσε να εδρεύει στη Βόννη, αποφάσισε το 1991 να μεταφερθεί στο Βερολίνο. Η μετακίνηση της βουλής από τη Βόννη στο Ράιχσταγκ του Βερολίνου πραγματοποιήθηκε το 1999.


Η πόλη αποτελεί σημαντικό κόμβο συγκοινωνιών όπως και οικονομικό και πολιτισμικό κέντρο με πολυάριθμα πανεπιστήμια, ερευνητικά ιδρύματα, θέατρα, μουσεία και αθλητικά σωματεία.



Ως έτος ίδρυσης του Βερολίνου θεωρείται το 1237, έτος κατά το οποίο αναφέρεται για πρώτη φορά ο οικισμός Κελν (Cölln), με τον οποίο αργότερα συνενώθηκε εκείνος του Βερολίνου το 1244. Η πρώτη γραπτή αναφορά στο Βερολίνο χρονολογείται το 1244. Από το 1415 έγινε επίσημα η κατοικία των διαφόρων αυτοκρατόρων και ηγεμόνων. Κατά τη διάρκεια του Τριακονταετούς Πολέμου το Βερολίνο έχασε τον μισό πληθυσμό του και το ένα τρίτο των κτισμάτων του καταστράφηκε. Το 1640 έγινε πρίγκιπας ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος, ο Μέγας Εκλέκτορας, ο οποίος αύξησε τη μετανάστευση και η πόλη άρχισε να επεκτείνεται.


Το 1685 εγκαταστάθηκαν στο Βερολίνο 15.000 Γάλλοι Ουγενότοι και έτσι το 1700 το 20% του βερολινέζικου πληθυσμού ήταν Γάλλοι. Αυτό είχε ως συνέπεια τη μεγάλη γαλλική επιρροή. Το 1701 έγινε η πρωτεύουσα της Πρωσίας, αλλά τα κύρια βασιλικά παλάτια ήταν έξω από την πόλη, στην περιοχή του Πότσνταμ. Ταυτόχρονα, το Βερολίνο συνεχώς επεκτεινόταν.


Το 1871 η πόλη ανακηρύχθηκε σε πρωτεύουσα της Γερμανικής Αυτοκρατορίας. Μετά από πολλές πολιτικές αναταραχές, οι Ναζί κέρδισαν τις εκλογές του 1933 για το γερμανικό Ράιχσταγκ (Κοινοβούλιο). Η συνέπεια ήταν η καθιέρωση μιας δικτατορίας. Το καθεστώς οργάνωσε τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936 για να παραπλανήσει τη διεθνή κοινότητα. Κατά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και, καθώς ο Χίτλερ είχε κλεισθεί στο καταφύγιό του, αρνούμενος να εγκαταλείψει την πόλη, δόθηκε η Μάχη του Βερολίνου, γεγονός που στοίχισε χιλιάδες ζωές αμάχων και είχε ως συνέπεια τη σχεδόν ολοκληρωτική καταστροφή της πόλης.


Μετά από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και το τέλος του Τρίτου Ράιχ, το Βερολίνο ήταν χωρισμένο σε τέσσερις ζώνες κατοχής. Οι δυτικές ζώνες σχημάτισαν το Δυτικό Βερολίνο, και η σοβιετική ζώνη το Ανατολικό Βερολίνο, ενώ το 1961 διχοτομήθηκε οριστικά σε Ανατολικό και Δυτικό Βερολίνο με την κατασκευή του Τείχους του Βερολίνου.


Το Τείχος του Βερολίνου κατεδαφίστηκε στις 9 Νοεμβρίου 1989. Τέλος, το 1990 έγινε η ενοποίηση της Γερμανίας και το Βερολίνο ορίσθηκε εκ νέου ως πρωτεύουσα, παραμένοντας μέχρι και σήμερα.



Το Βερολίνο έγινε πρωτεύουσα της Γερμανικής Αυτοκρατορίας το 1871 και επεκτάθηκε σημαντικά τα χρόνια που ακολούθησαν. Άποψη της λεωφόρου Ούντερ ντεν Λίντεν γύρω στο 1900.

Ο Τριακονταετής Πόλεμος μεταξύ του 1618 και του 1648 είχε καταστροφικές συνέπειες για το Βερολίνο. Το ένα τρίτο των κτιρίων του καταστράφηκε και έχασε σχεδόν τον μισό πληθυσμό του. Ο Μέγας Εκλέκτορας Φρειδερίκος Γουλιέλμος, ο οποίος είχε διαδεχθεί τον πατέρα του Γεώργιο Γουλιέλμο ως άρχοντας της περιοχής το 1640, εφάρμοσε μία πολιτική προώθησης της μετανάστευσης και της θρησκευτικής ανοχής, για να ενισχύσει την πόλη. 

Με το Διάταγμα του Πότσνταμ το 1685, ο Μέγας Εκλέκτορας παραχώρησε άσυλο στους Γάλλους Ουγενότους, με αποτέλεσμα την εισροή περισσότερων από 15.000 Ουγενότων στο Βρανδεμβούργο, από τους οποίους τουλάχιστον 6.000 εγκαταστάθηκαν στο Βερολίνο. Μέχρι το 1700, σχεδόν το 20% των κατοίκων της πόλης ήταν Γάλλοι και η πολιτιστική επίδρασή τους στην πόλη ήταν έντονη. Πολλοί ακόμα εισερχόμενοι μετανάστες ήρθαν από τη Βοημία, την Πολωνία και το Σάλτσμπουργκ της Αυστρίας.


Με τη στέψη του Φρειδερίκου του Α' το 1701 ως βασιλιά στο Κόνιγκσμπεργκ, το Βερολίνο έγινε πρωτεύουσα του βασιλείου της Πρωσίας. Το 1740, ο Φρειδερίκος ο Β', γνωστός και ως Φρειδερίκος ο Μέγας, ενθρονίστηκε και παρέμεινε στην εξουσία μέχρι το 1786. Κατά την περίοδο βασιλείας του, το Βερολίνο έγινε κέντρο του Διαφωτισμού. Μετά τη νίκη της Γαλλίας στον Πόλεμο της Τετραπλής Συμμαχίας, ο Ναπολέων Α΄ Βοναπάρτης κατέκτησε την πόλη το 1806, αλλά της παραχώρησε αυτονομία. Το 1815 το Βερολίνο έγινε τμήμα της νέας επαρχίας του Βρανδεμβούργου.


Η Βιομηχανική Επανάσταση άλλαξε πλήρως το Βερολίνο κατά τον 19ο αιώνα. Η οικονομία της πόλης και ο πληθυσμός της μεγάλωσαν σημαντικά, ενώ ταυτόχρονα έγινε το κέντρο του σιδηροδρομικού ιστού και της οικονομίας της Γερμανίας. Σύντομα νέα προάστια δημιουργήθηκαν ενώ γειτονικά χωριά ενώθηκαν, μεγαλώνοντας έτσι τόσο την έκταση όσο και τον αριθμό των κατοίκων της πόλης. 


Το 1861, προάστια όπως το Βέντινγκ, το Μόαμπιτ και αρκετά άλλα, ενσωματώθηκαν στον αστικό ιστό. Το 1871, το Βερολίνο έγινε η πρωτεύουσα της νεοιδρυθείσας Γερμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ το 1881 έγινε αστική περιφέρεια ανεξάρτητη από το Βρανδεμβούργο.

20ός αιώνας

Με το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου το 1918, ιδρύθηκε η Δημοκρατία της Βαϊμάρης στο Βερολίνο. Το 1920 με την Πράξη Διεύρυνσης του Βερολίνου, ενώθηκαν σε μία ενιαία πόλη αρκετές περιοχές, χωριά, προάστια και εκτάσεις, σε βάρος της γειτονικής περιβάλλουσας περιοχής του Βρανδεμβούργου. Έτσι, με αυτή την επέκταση, η πρωτεύουσα του Βερολίνου είχε έναν συνολικό πληθυσμό περίπου 4 εκατομμυρίων κατοίκων.



Στις 30 Ιανουαρίου του 1933, ο Αδόλφος Χίτλερ και το κόμμα των ναζιστών ανέβηκαν στην εξουσία. Η διακυβέρνηση των Ναζί κατέστρεψε την εβραϊκή κοινότητα του Βερολίνου, η οποία αριθμούσε περίπου 170.000 άτομα μέχρι τότε. Μετά τους διωγμούς του 1938, χιλιάδες από τους γερμανοεβραίους κατοίκους της πόλης φυλακίστηκαν στο γειτονικό Στρατόπεδο συγκέντρωσης Ζάξενχαουζεν, ενώ στις αρχές του 1943 μεταφέρθηκαν στα στρατόπεδα θανάτου, όπως το Άουσβιτς. 


Κατά τη διάρκεια του πολέμου, μεγάλα τμήματα της πόλης καταστράφηκαν από τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς και κατά τη μάχη του Βερολίνου. Μετά το τέλος του πολέμου στην Ευρώπη το 1945, το Βερολίνο δέχθηκε πλήθη προσφύγων από τις ανατολικές περιοχές της πρώην Γερμανίας. Οι νικήτριες δυνάμεις των Συμμάχων διαίρεσαν την πόλη σε τέσσερις τομείς, ανάλογα με τις ζώνες κατοχής που είχαν διαιρέσει τη Γερμανία. Οι τομείς των δυτικών Συμμάχων (ΗΠΑ, Βρετανία και Γαλλία) ενώθηκαν και σχημάτισαν το Δυτικό Βερολίνο, ενώ ο Σοβιετικός τομέας το Ανατολικό Βερολίνο.

Και οι τέσσερις συμμαχικές δυνάμεις διατήρησαν κοινό έλεγχο και ευθύνη για την πόλη. Όμως οι συνεχώς εντεινόμενες πολιτικές διαφορές μεταξύ των δυτικών συμμάχων και της Σοβιετικής Ένωσης οδήγησαν στην επιβολή οικονομικής απομόνωσης του Δυτικού Βερολίνου. Οι σύμμαχοι κατάφεραν να διασπάσουν την απομόνωση με συνεχόμενη αερογέφυρα που συνεχίστηκε για σχεδόν ένα έτος. Το 1949, ιδρύθηκε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στη Δυτική Γερμανία, η οποία τελικά περιέλαβε όλες τις ζώνες κατοχής των ΗΠΑ, Βρετανίας και Γαλλίας, αλλά όχι τις περιοχές των συμμάχων στο Βερολίνο. Αντίστοιχα, στην Ανατολική Γερμανία ιδρύθηκε η μαρξιστική λενινιστική Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας. Το Δυτικό Βερολίνο παρέμεινε μία ελεύθερη πόλη, ανεξάρτητη από την Ομοσπονδία, και εξέδιδε τα δικά της γραμματόσημα. Η αεροπορική πρόσβαση στο Δυτικό Βερολίνο γινόταν μόνο από αμερικανικές, γαλλικές και βρετανικές αερογραμμές.


Η ίδρυση των δύο γερμανικών κρατών συνέτεινε στην ένταση του Ψυχρού Πολέμου. Το Δυτικό Βερολίνο περιβαλλόταν από ανατολικογερμανικά εδάφη, ενώ η Ανατολική Γερμανία ανακήρυξε το Βερολίνο (τον ανατολικό τομέα του) ως πρωτεύουσα, κίνηση που δεν αναγνωρίστηκε από τις δυτικές δυνάμεις. Αν και μισό σε μέγεθος και πληθυσμό από το Δυτικό Βερολίνο, το Ανατολικό κατείχε το ιστορικό κέντρο της πόλης. Η Δυτική Γερμανία αντίστοιχα μετέφερε την πρωτεύουσά της στη Βόννη.


Οι εντάσεις ανάμεσα στην ανατολή και τη δύση κλιμακώθηκαν σταδιακά και οδήγησαν στην κατασκευή του Τείχους του Βερολίνου, μεταξύ του δυτικού και ανατολικού τομέα της πόλης. Παράλληλα, κατασκευάστηκαν και αντίστοιχα περιφράγματα μεταξύ του Δυτικού Βερολίνου και της Ανατολικής Γερμανίας. Το τείχος της απομόνωσης ολοκληρώθηκε μέσα στο 1961 και αποτέλεσε την κορύφωση του Ψυχρού Πολέμου μεταξύ των δυτικών συμμάχων και του ανατολικού μπλοκ. Το Δυτικό Βερολίνο αποτέλεσε έτσι ένα ντε φάκτο τμήμα της Δυτικής Γερμανίας με ιδιαίτερα προνόμια, ενώ το Ανατολικό Βερολίνο ήταν αντίστοιχα μέρος της Ανατολικής Γερμανίας.


Το Βερολίνο έτσι διαιρέθηκε απόλυτα. Οι κάτοικοι του δυτικού τομέα μπορούσαν να διέρχονται στον ανατολικό μόνο από σημεία αυστηρού ελέγχου, ενώ για τους περισσότερους κατοίκους της ανατολικής πόλης το ταξίδι στη δύση ήταν πλέον αδύνατο. Το 1971, η συμφωνία μεταξύ των τεσσάρων δυνάμεων (ΗΠΑ, Βρετανία, Γαλλία, Σοβιετική Ένωση) εξασφάλισε την πρόσβαση στο Δυτικό Βερολίνο μέσα από συγκεκριμένες διαδρομές στην Ανατολική Γερμανία, και έτσι απομακρύνθηκε ο κίνδυνος της ολοκληρωτικής απομόνωσης της πόλης από τη δύση.


Το 1989, η λαϊκή πίεση από τους κατοίκους της Ανατολικής Γερμανίας οδήγησε στις ταραχές και τη σταδιακή κατεδάφιση του τείχους. Σήμερα, λίγα τμήματά του παραμένουν ως σημεία μνήμης. Στις 3 Οκτωβρίου του 1990, οι δύο Γερμανίες επανενώθηκαν ως Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, σύμφωνα με τη συνθήκη επανένωσης, και το Βερολίνο έγινε η πρωτεύουσα της ενιαίας χώρας με απόφαση της ομοσπονδιακής βουλής το 1991.


Η σταδιακή μεταφορά των κρατικών υπηρεσιών ολοκληρώθηκε το 1999 και από τότε το Βερολίνο φιλοξενεί το ομοσπονδιακό κοινοβούλιο και την κυβέρνηση του κράτους.


Πληθυσμός (1880-2016)

Σήμερα στο Βερολίνο ζουν περίπου 3,6 εκατομμύρια άνθρωποι (2020). Η ευρύτερη αστική περιοχή του Βερολίνου εκτείνεται και πέρα από τα διοικητικά όρια της πόλης και υπολογίζεται ότι φιλοξενεί συνολικά 4,6 εκατομμύρια κατοίκους, ενώ η μητροπολιτική περιοχή Βερολίνου-Βρανδεμβούργου 6.216.845 κατοίκους (2023).


Η αστική μετανάστευση στο Βερολίνο, τόσο από το εσωτερικό της Γερμανίας όσο και από το εξωτερικό, έχει ιδιαίτερα μεγάλη ιστορία. Στα μέσα του 17ου αιώνα το Βερολίνο ήταν αραιοκατοικημένο, κάτι που οφειλόταν στον τριακονταετή πόλεμο. Από τότε, όμως, που την εξουσία ανέλαβε ο Μέγας Εκλέκτορας του Βρανδεμβούργου Φρειδερίκος Γουλιέλμος το 1640, άσκησε μεταναστευτική πολιτική και έφερε πολλούς Ουγενότους από τη Γαλλία. Έτσι, ενώ το 1648 η πόλη είχε μόνο 6.000 κατοίκους, το 1709 είχε 57.000. Ο πληθυσμός συνέχισε να αυξάνεται, και το 1875 ξεπέρασε το 1 εκατομμύριο.

Η πράξη επέκτασης το 1920, ένωσε διοικητικά πολλά προάστια με την πόλη, μεγαλώνοντας την έκταση της πόλης από 66 σε 883 τετρ. χλμ. και τον πληθυσμό της από 1,9 σε 4 εκατομμύρια κατοίκους. Μετά τον Β' παγκόσμιο πόλεμο, όμως, υποχώρησε στα 3,1 εκατομμύρια.


Η πολιτική ασύλου στο Δυτικό Βερολίνο δημιούργησε μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα τις δεκαετίες του 1960 και του 1970. Επίσης, τη δεκαετία του 1990 η νομολογία των μετοίκων (aussiedlergezetze) επέτρεψε τη μετανάστευση από χώρες του πρώην Ανατολικού Μπλοκ. Σήμερα, η πόλη δέχεται στην πλειοψηφία τους νέους από διάφορες ευρωπαϊκές χώρες.


Σύμφωνα με την απογραφή του 2020, περίπου το 20,7% των κατοίκων ήταν ξένης εθνικότητας, προερχόμενοι από 190 διαφορετικές χώρες. Οι μεγαλύτερες εθνικές ομάδες στο Βερολίνο προέρχονται σε φθίνουσα σειρά από την Τουρκία, την Πολωνία, τη Συρία, την Ιταλία, τη Βουλγαρία, τη Ρωσία, τη Ρουμανία, τις ΗΠΑ, τη Σερβία και τη Γαλλία.


Η επίσημη γερμανική γλώσσα (Deutsch) διδάσκεται ευρέως στα σχολεία, τα πανεπιστήμια και στα Ινστιτούτα Γκαίτε σε όλο τον κόσμο. Είναι σημαντική γλώσσα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γλώσσα εργασίας της ΕΕ και χρησιμοποιείται ως επίσημη γλώσσα σε πολλούς διεθνείς οργανισμούς.


Τα προάστια και οι παρυφές του Βερολίνου είναι διάσπαρτα με δασικές εκτάσεις και πολλές μικρές και μεγάλες λίμνες.

Το Βερολίνο βρίσκεται στην ανατολική περιοχή της Γερμανίας, περίπου 70 χλμ. από τα σύνορα με την Πολωνία, σε εκτάσεις με επίπεδα υδατοφόρα εδάφη. Η αρχαία κοιλάδα Βερολίνου Βαρσοβίας, ανάμεσα στα υψίπεδα του Μπάρνιμ στον βορρά και τα υψίπεδα του Τέλτοβ στον νότο, σχηματίστηκε από την απορροή παγετώνων κατά το τέλος της τελευταίας παγετωνικής περιόδου. 


Ο ποταμός Σπρέε που διασχίζει την πόλη, απορρέει μέσα από αυτή την κοιλάδα. Στη βορειοδυτική περιοχή Σπάνταου του Βερολίνου, ο Σπρέε συναντά τον ποταμό Χάβελ, ο οποίος και διασχίζει το δυτικό Βερολίνο από τον βορρά προς τον νότο. Ο Χάβελ απορρέει μέσω ενός δικτύου διαδοχικών λιμνών, με μεγαλύτερες τη λίμνη Τέγκελερζεε και την Γκρόσερ Βάνζεε. Μία σειρά από λίμνες τροφοδοτεί επίσης και τον Σπρέε στο ανατολικό Βερολίνο, μέσω της λίμνης Γκρόσερ Μούγκελζεε.

Αρκετά εκτεταμένα τμήματα της σύγχρονης πόλης βρίσκονται στα βαθύπεδα των δύο πλευρών της κοιλάδας του Σπρέε. Οι περιοχές Ράινικεντορφ και Πάνκοβ βρίσκονται στο υψίπεδο Μπάρνιμ, ενώ το μεγαλύτερο τμήμα των περιοχών Σαρλότενμπουργκ, Βίλμερσντορφ, Στέγκλιτς, Τσέλεντορφ, Τέμπελχοφ, Σόνεμπεργκ και Νοϊκέλν εκτείνονται στο υψίπεδο του Τέλτο. Η περιοχή του Σπάνταου βρίσκεται ανάμεσα στην κοιλάδα του Σπρέε και την πεδιάδα Νάουεν, η οποία απλώνεται δυτικά του Βερολίνου. Το ψηλότερο σημείο της περιοχής είναι τα υψώματα του Τόιφελσμπεργκ και του Μουγκελμπέργκε. Και οι δύο αυτοί λοφίσκοι έχουν ύψος περίπου 115 μ. Το Τόιφελσμπεργκ είναι στην πραγματικότητα τεχνητά κατασκευασμένο από τα ερείπια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.


Η προέλευση της ονομασίας Berlin είναι αβέβαιη. Μπορεί να έχει ρίζες στη γλώσσα των Δυτικών Σλάβων κατοίκων της περιοχής του σημερινού Βερολίνου, και μπορεί να σχετίζεται με το παλαιό πολαβικό στέλεχος berl- / birl- ("βάλτος").[18] Η λαϊκή ετυμολογία συνδέει το όνομα με τη γερμανική λέξη Bär (αρκούδα). Μια αρκούδα υπάρχει επίσης στο έμβλημα της πόλης.


Το Βερολίνο χαρακτηρίζεται από εύκρατο μεσόθερμο κλίμα στην κατηγορία Cfb με βάση την κλιματική ταξινόμηση Κέππεν. Τα καλοκαίρια είναι δροσερά με μέση μέγιστη θερμοκρασία 22–24 °C και μέση ελάχιστη 12–14 °C. Οι χειμώνες είναι ιδιαίτερα ψυχροί με μέση μέγιστη θερμοκρασία 3 °C και μέση ελάχιστη από −2 έως -6 °C. Η άνοιξη και το φθινόπωρο είναι ήπια προς ψυχρά. Οι δομημένες εκτάσεις της πόλης χαρακτηρίζονται από το δικό τους τοπικό μικρόκλιμα, λόγω της θερμότητας που εγκλωβίζεται στα δομικά υλικά των κτιρίων, με συνέπεια να καταγράφονται έως και 4 °C μεγαλύτερες θερμοκρασίες μέσα στον αστικό ιστό, σε σύγκριση με τις γειτονικές υπαίθριες περιοχές.


Η μέση ετήσια βροχόπτωση ανέρχεται σε ύψος 607 χιλιοστών, με κανονική κατανομή της βροχόπτωσης στο σύνολο του έτους. Από τον Νοέμβριο έως και τον Μάρτιο καταγράφονται ισχυρές χιονοπτώσεις, αλλά γενικά η κάλυψη χιονιού είναι πρόσκαιρη.


Η εμφάνιση της πόλης σήμερα κυριαρχείται από τον βασικό ρόλο που έχει παίξει στην ιστορία της Γερμανίας τον 20ό αιώνα. Κάθε σχήμα εξουσίας που είχε το Βερολίνο ως έδρα (η Γερμανική Αυτοκρατορία του 1871, η Δημοκρατία της Βαϊμάρης, η Γερμανία των Ναζί, η Ανατολική Γερμανία, και τώρα το ενωμένο Γερμανικό κράτος) ξεκίνησαν φιλόδοξα προγράμματα ανοικοδόμησης, κάθε ένα με τον δικό του ξεχωριστό χαρακτήρα. Το Βερολίνο καταστράφηκε από τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και πολλά από τα κτίρια που γλύτωσαν τις αεροπορικές επιδρομές κατεδαφίστηκαν κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, τόσο στο δυτικό όσο και στο ανατολικό τμήμα. Οι περισσότερες κατεδαφίσεις ήταν προϊόν δημοτικών αρχιτεκτονικών προγραμμάτων για την κατασκευή νέων οικοδομικών ή επιχειρηματικών περιοχών, καθώς και οδικών αρτηριών.


Στο ανατολικό τμήμα της πόλης, βρίσκονται ακόμα τεράστια κτιριακά συγκροτήματα που μαρτυρούν τις φιλοδοξίες του Ανατολικού Μπλοκ να κατασκευάσει ολοκληρωμένες οικιστικές περιοχές με συγκεκριμένες αναλογίες καταστημάτων, νηπιαγωγείων και σχολείων. Ο σχεδιασμός των "ανθρώπων των φαναριών" - σημάτων διάβασης πεζών στα φανάρια οδικής κυκλοφορίας -, είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικός στις ανατολικές περιοχές. Η μοναδική ιστορία της πόλης έχει πραγματικά αφήσει επιλεκτικά ίχνη στην αρχιτεκτονική και τα κτίριά της.

Ο Φέρνζετουρμ (πύργος της τηλεόρασης) στην πλατεία Αλεξάντερπλατς στη συνοικία Μίτε, είναι η δεύτερη ψηλότερη κατασκευή στην Ευρωπαϊκή Ένωση με ύψος 368 μ. Κατασκευασμένος το 1969 είναι ορατός από τις περισσότερες κεντρικές συνοικίες της πόλης.


Το Βερολίνο είναι η πρωτεύουσα του κράτους της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και έδρα του Πρόεδρου της χώρας, με επίσημη κατοικία το συγκρότημα του Σλος Μπελβύ (Schloss Bellevue). Από την επανένωση των Γερμανιών στις 3 Οκτωβρίου του 1990, το Βερολίνο είναι μία ομόσπονδη πόλη, όπως η Βρέμη και το Αμβούργο, στο πλαίσιο των 16 ομόσπονδων κρατιδίων της Γερμανίας. Στο Βερολίνο εδρεύει και η Μπούντεσρατ, η ομοσπονδιακή αντιπροσωπεία που αποτελείται από τους εκπροσώπους των ομόσπονδων κρατιδίων.


Αν και τα περισσότερα υπουργεία βρίσκονται στο Βερολίνο, ορισμένα από αυτά καθώς και μικρά τμήματα άλλων, εδρεύουν στη Βόνη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση χρηματοδοτεί αρκετά έργα υποδομής, εκπαίδευσης και κοινωνικών προγραμμάτων για την περαιτέρω ανάπτυξη της πόλης.


Ομόσπονδη πόλη

Η πολιτειακή και ομόσπονδη βουλή του Βερολίνου είναι η Βουλή των Αντιπροσώπων, γνωστή ως Αμπγκεόρντνετενχάους, με 141 έδρες σήμερα. Η εκτελεστική εξουσία της πόλης ασκείται από τη γερουσία, γνωστή ως Μπερλίνερ Σενάτ, η οποία αποτελείται από τον κυβερνώντα δήμαρχο και ως 8 γερουσιαστές με υπουργικές αρμοδιότητες, οι οποίοι φέρουν τον τίτλο του δημάρχου, ως υπόλογοι στον κυβερνώντα δήμαρχο.


Ο κυβερνών δήμαρχος είναι ταυτόχρονα και δήμαρχος της πόλης, αλλά και πρωθυπουργός της ομόσπονδης πόλης, με έδρα το κτίριο Ρότες Ράτχαους στο κέντρο του Βερολίνου. Από το 2021 η θέση εκπροσωπείται από τον Franziska Giffey, του κόμματος SPD



Διοικητική διαίρεση

Το Βερολίνο, ως ομόσπονδη πόλη και δήμος της Γερμανίας, διαιρείται διοικητικά σε συνολικά 12 δημοτικές περιφέρειες, αναφερόμενες ως Μπετσίρκε (Bezirke). Πριν από την αναδιάρθρωση του 2001, ο αριθμός τους ήταν 23. Κάθε δημοτική περιφέρεια διαιρείται επιπλέον σε ένα αριθμό διαμερισμάτων, αναφερόμενα ως Ορτστάιλε (Ortsteile), που αντιπροσωπεύουν τις παραδοσιακές αστικές συνοικίες της καθημερινότητας. Σήμερα, υπάρχουν 95 διαμερίσματα στο σύνολο της πόλης, ορισμένα από αυτά διακρίνονται σε επιμέρους συνοικίες.


Κάθε δημοτική περιφέρεια διοικείται από το Δημοτικό Περιφερειακό Συμβούλιο (Bezirksamt) που αποτελείται από 5 συμβούλους και έναν περιφερειακό δήμαρχο (Bezirksbürgermeister). Το συμβούλιο εκλέγεται από τη δημοτική περιφερειακή αντιπροσωπεία (Bezirksverordnetenversammlung), ενώ κάθε περιφέρεια δεν αποτελεί ανεξάρτητη διοικητική δομή. Οι εξουσίες της περιορίζονται στα διοικητικά όριά της και είναι υπόλογη στη γερουσία της πόλης. 


Οι τοπικοί δήμαρχοι συμμετέχουν στο Δημαρχιακό Συμβούλιο, στο οποίο προΐσταται ο κυβερνών δήμαρχος, και έχουν συμβουλευτικό ρόλο στην κυβέρνηση της ομόσπονδης πόλης. Αντίστοιχα, τα διαμερίσματα δεν έχουν διοικητική δομή και υπάγονται στις αντίστοιχες δημοτικές περιφέρειες, ενώ τα περισσότερα έχουν ιστορικές ρίζες πριν τον σχηματισμό των σημερινών δομών το 1920.



Χάρτης των 12 περιφερειών της πόλης και των διαμερισμάτων τους.

  Περιφέρεια τ.χλμ. κατοίκους 2016[27]

1. Mitte 39,74 368.122

2. Friedrichshain-Kreuzberg 20,16 281.076

3. Pankow 103,07 394.816

4. Charlottenburg-Wilmersdorf 64,72 334.351

5. Spandau 91,91 238.278

6. Steglitz-Zehlendorf 102,50 302.535

7. Tempelhof-Schöneberg 53,09 345.024

8. Neukölln 44,93 328.045

9. Treptow-Köpenick 168,43 257.782

10. Marzahn-Hellersdorf 61,74 261.954

11. Lichtenberg 52,29 280.721

12. Reinickendorf 89,45 260.253




Read More
ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ
ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑ - ΚΟΣΜΟΣ
ΠΡΟΣΩΠΑ
ΒΙΒΛΙΑ
ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ - ΠΟΙΗΣΗ
ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ