03/20/26 - Κρήτη πόλεις και χωριά
ΣΑΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2026

Τα Λιβάδια του Δήμου Μυλοποτάμου

Μαρτίου 20, 2026 0

 Τα Λιβάδια είναι χωριό και έδρα ομώνυμης τοπικής κοινότητας του Δήμου Μυλοποτάμου στην Περιφερειακή Ενότητα Ρεθύμνης της Κρήτης.


Τα Λιβάδια βρίσκονται προς τα όρια με την Περιφερειακή Ενότητα Ηρακλείου, 30 χλμ. Α.-ΝΑ. από το Ρέθυμνο και 42 χλμ. Δ.-ΝΔ. από το Ηράκλειο και σε υψόμετρο 630-650 μέτρα στους πρόποδες του Ψηλορείτη . 


Σύμφωνα με το σχέδιο Καλλικράτης, μαζί με τα Μαρινιανά και την Κράνα αποτελούν την Κοινότητα Λιβαδίων που υπάγεται στη δημοτική ενότητα Κουλούκωνα του Δήμου Μυλοποτάμου και σύμφωνα την απογραφή του 2011 ως κοινότητα έχει πληθυσμό 1.739, ενώ ως οικισμός 1.481.


 Είναι ένα από τα μεγαλύτερα ποιμενικά χωριά του Μυλοποτάμου, ενώ υπάρχει παραγωγή σταφίδας και οικιακών υφαντών, κυρίως για είδη τουριστικής κατανάλωσης.


Η Εκκλησία της Αγίας Μαρίνης: ο κεντρικός ναός του χωριού.

Τα Λιβάδια ιδρύθηκαν επί Ενετοκρατίας τον 13ο αιώνα. Ο Φραγκίσκος Μπαρόκιος, ο επιφανής λόγιος της Βενετοκρατίας, στην Περιγραφή της Νήσου του Χάνδακα, καταγράφει για πρώτη φορά στα 1577 μεταξύ των χωριών του Μυλοποτάμου και τα Λιβάδια. 


Λίγα χρόνια αργότερα, το 1583, ο Πέτρος Καστροφύλακας στην απογραφή των χωριών και οικισμών της Κρήτης, αλλά και ο Βενετός μηχανικός Φραγκίσκος Βασιλικάτα το 1630, αναφέρουν τα Λιβάδια με πληθυσμό που ξεπερνούσε τους 650 κατοίκους.




Οι Τούρκοι δεν κατοίκησαν ποτέ στο χωριό, έκαναν όμως επιδρομές πολλές, μάλιστα σε κάποια από αυτές οι κάτοικοι κατάφεραν να σκοτώσουν όλους τους Τούρκους. Τότε ένας πασάς ήρθε με πολυάριθμο στρατό, έκαψε το χωριό, χωρίς όμως να καταφέρει να εξοντώσει τους επαναστάτες (αφού το προηγούμενο βράδυ είχαν διαφύγει στις εγγύς βουνοκορφές). 


Οι Λιβαδιώτες έλαβαν μέρος στο ολοκαύτωμα της Μονής Αρκαδίου το 1866 και στην Κρητική επανάσταση, από το χωριό καταγόταν ένας από τους οπλαρχηγούς της Κρήτης και οπλαρχηγός Μυλοποτάμου ο Γιάννης Σωπασής ή Κούβος. 


Το Σεπτέμβριο του 1868, στο τέλος της επανάστασης του 1866, η Γενική Συνέλευση των Κρητών υπέγραψε ψήφισμα στα Λιβάδια προς τις Μεγάλες Δυνάμεις με το οποίο ζητούσε, μεταξύ άλλων, την ίδρυση αυτόνομου κράτους. 


Οι Λιβαδιώτες έλαβαν επίσης μέρος, στους Βαλκανικούς πολέμους, στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στην Μάχη του Σκρα, στον ελληνοϊταλικό πόλεμο και στην εθνική αντίσταση για την απελευθέρωση από τους Γερμανούς. Επίσης στη θέση Γουρνόλακος, νότια από τα Λιβάδια Μυλοποτάμου εκτελέστηκαν 32 άνδρες από την ευρύτερη περιοχή και από τα Λιβάδια ως αντίποινα από τους Ναζί για την αντίσταση.


Ο ναός Μιχαήλ Αρχαγγέλου και του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου

Ο ναός του Μιχαήλ Αρχαγγέλου και του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου κτίστηκε σταδιακά αρχίζοντας από τον 14ο αιώνα. Πρώτα κτίστηκε ο μονόχωρος καμαρόσκεπος ναός αφιερωμένο στον Μιχαήλ Αρχάγγελο. 


Στο τέλος του 14ου αιώνα ή στις αρχές του 15ου αιώνα προστέθηκε μεγάλος νάρθηκας, δίνοντας στον ναό σχήμα Τ. Τέλος, στις αρχές του 17ου αιώνα, προστέθηκε το βόρειο κλίτος. Σύμφωνα με την ανάγλυφη κτητορική επιγραφή σε λίθο του σφενδονίου κατασκευάστηκε το 1603 από τον ιερέα Γεώργιο Μπροχεράρη. Σώζονται τοιχογραφίες στο κλίτος του Μιχαήλ Αρχαγγέλου και στον νάρθηκα. Στον νάρθηκα επίσης βρίσκεται ζωγραφισμένο στο φουρούσι το οικόσημο των Καλλέργων. Το οικόσημο των Καλλέργων σώζονται επίσης ανάγλυφο στην είσοδο του νάρθηκα.

Ο ενοριακός ναός του χωριού είναι αφιερωμένος στη Μεταμόρφωση του Σωτήρα και στον Άγιο Χαράλαμπο. Στο εσωτερικό του σώζεται τέμπλο του 1894. Άλλοι ναοί του χωριού είναι ο ναός του Αγίου Γεωργίου και ο ναός της Αγίας Μαρίνας, ο οποίος επίσης έχει κλίτη αφιερωμένα στους Aγίους Kωνσταντίνο και Eλένη και στον Άγιο Mάμαντα. Στο χωριό υπάγονται τα εξωκλήσια της Kοίμησης της Θεοτόκου, του Προφήτη Hλία και της Aγίας Aναστασίας Φαρμακολύτρια.


Κοντά στο χωριό βρίσκεται η Μονή Δισκουρίου, αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο, και τα εξωκλήσια της, ο βυζαντινός ναός του Άγιου Iωάννη Πρόδρομου και ο ναός του Tιμίου Σταυρού






Στην απογραφή του 1881 το χωριό δεν αναφέρεται και ο Στέργιος Σπανάκης θεωρεί ότι αναφέρονται λανθασμένα ως Λειβάδα στο δήμο Γαράζου με 473 κατοίκους. Το χωριό είναι ένα από τα λίγα της Κρήτης το οποίο παρουσιάζει αύξηση του πληθυσμού στο τέλος του 20ού αιώνα.


Πορεία πληθυσμού σύμφωνα με τις απογραφές:


Απογραφή 1900 1920 1928 1940 1951 1961 1971 1981 1991 2001 2011 2021

Πληθυσμός 528 608 648 710 807 772 946 1.215 1.534 1.473 1.481 1.436





Λιβαδιώτες

Δημήτριος Κόκκινος, δήμαρχος Μυλοποτάμου

Γεώργιος Α. Βαρδιάμπασης (1865/67-1957), επαναστάτης και οπλαρχηγός

Μανώλης Χνάρης: βουλευτής Ρεθύμνης (2023- )






Read More

Η Πομπηία η πόλη της νότιας Ιταλίας, στην πλευρά της Τυρρηνικής θάλασσας

Μαρτίου 20, 2026 0

 Η Πομπηία (λατινικά: Pompeii, ιταλικά: Pompei, ναπολ.: Pumpeje) ήταν πόλη της νότιας Ιταλίας, στην πλευρά της Τυρρηνικής θάλασσας, κοντά στη σημερινή Νάπολη. Χτίστηκε τον 8ο αιώνα π.Χ. από τους Όσκους στις ακτές της Καμπανίας στους πρόποδες του Βεζούβιου. 


Η Πομπηία έπεσε στα χέρια των Ρωμαίων και είχε επηρεαστεί πολύ από τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό. Η τοποθεσία της και το κλίμα της ήταν περίφημα, πράγμα που την έκανε το καλύτερο θέρετρο της αρχαίας Ρώμης. Πολλοί πλούσιοι Ρωμαίοι είχαν χτίσει πάνω στους σκεπασμένους με αμπέλια λόφους της, όμορφες εξοχικές επαύλεις, τις οποίες στόλιζαν με διάφορα έργα τέχνης.


Η Πομπηία ήταν πόλη ανθηρή, με πληθυσμό 20.000-30.000 κατοίκους. Το 62 μ.Χ. έγινε ένας σφοδρότατος σεισμός, που συντάραξε την ωραία και πλούσια αυτή πόλη. Αλλά ο σεισμός αυτός δεν ήταν παρά το προμήνυμα για την ολοσχερή καταστροφή της. Πράγματι λίγα χρόνια αργότερα, στις 24 Αυγούστου του 79 μ.Χ., μετά από μια φοβερή έκρηξη του Βεζούβιου, ένα τεράστιο κύμα από στάχτη έθαψε, μέσα σε λίγες ώρες, την εύθυμη, σπάταλη και πανέμορφη ρωμαϊκή πόλη. 


Στην αρχή σηκώθηκε ένα φοβερό σύννεφο από στάχτη, το οποίο σκέπασε την πόλη σε ύψος ενός μέτρου. Μόλις αντιλήφθηκαν οι κάτοικοι της Πομπηίας τη θεομηνία, άρχισαν να τρέπονται σε φυγή, παίρνοντας ο καθένας ό,τι μπορούσε να προφτάσει τις συνταρακτικές εκείνες στιγμές. Πολλοί όμως άλλαξαν γνώμη και ξαναγύριζαν αλλά τους έπιανε παραλυσία από τον πανικό.


Ύστερα από το σύννεφο της στάχτης, κατέκλυσε την πόλη μία αφάνταστη καταιγίδα από ηφαιστειακά αναβλήματα και κίσσηρι (ελαφρόπετρα), που την σκέπασαν σε ύψος 3 και περισσότερα μέτρα, πάνω δε σ' αυτές επικάθησε νέο στρώμα από στάχτη και πέτρες, ώστε η σημερινή επίχωση φτάνει τα 6-7 μέτρα. Υπολογίζεται ότι περισσότερα από 2.000 άτομα τάφηκαν ζωντανά και πέθαναν έτσι από ασφυξία.



Η παλαιά πόλη είχε ξεχαστεί και κανείς δεν ήξερε την ύπαρξή της. Πρώτη ανακάλυψη τμήματος της Πομπηίας έγινε το 1592, τυχαία, κατά τις εργασίες για την κατασκευή του υπόγειου υδραγωγείου της πόλης Τόρρε Αννουντσιάτα που βρίσκεται εκεί κοντά. Τότε βρέθηκαν πολλά σημαντικά αντικείμενα, που μαζί με όσα ανακάλυψαν σε κατοπινές ανασκαφές αποτελούν σήμερα έναν πραγματικό θησαυρό τέχνης. 


Οι ανασκαφές έφεραν την Πομπηία ζωντανή στα μάτια μας, αποκαλύπτοντας πολλές λεπτομέρειες της καθημερινότητας των κατοίκων της. Διασώθηκαν, προστατευμένες απ' τη φθορά του χρόνου, όλες οι πλούσιες επαύλεις, με τις πολυάριθμες τοιχογραφίες τους, η αγορά, οι πολυάριθμοι ναοί, το μικρό και το μεγάλο θέατρο, οι αψίδες, οι κρήνες, τα καταστήματα, τα ιδιωτικά σπίτια. Διασώθηκαν και λεπτομέρειες που μας δείχνουν τον ξαφνικό θάνατο της πόλης, από την καθημερινή ζωή που διακόπηκε απότομα. 


Άνθρωποι που έτρωγαν ξαπλωμένοι στα ανάκλιντρα, άνθρωποι που πνίγηκαν απ' τις αναθυμιάσεις προσπαθώντας να ξεφύγουν απ' το φριχτό θάνατο. Στα τραπέζια των πανδοχείων βρέθηκαν παρατημένα τα κύπελλα και τα πιάτα, σ' ένα δωμάτιο βρέθηκαν τα σώματα επτά παιδιών που ο θάνατος τα είχε προλάβει ενώ έπαιζαν.

Ασύγκριτα μεγάλη είναι η αξία των ερειπίων της Πομπηίας, γιατί μας έδωσε μια ιδέα ρωμαϊκής πόλης στο σύνολό της, μέσα στην άνθηση της ακμής και του πλούτου της. Οι ανακαλύψεις αυτές τράβηξαν το παγκόσμιο ενδιαφέρον, Ποιητές, πεζογράφοι, καλλιτέχνες και γενικά ολόκληρος ο διανοούμενος κόσμος στράφηκε προς την Πομπηία. Ο Φρίντριχ Σίλερ αφιέρωσε ωραιότατα ποιήματα στη νεκρή πολιτεία, ο δε Έντουαρντ Μπούλβερ-Λύττον εμπνεύστηκε το μυθιστόρημα Οι Τελευταίες Ημέρες της Πομπηίας.


Τα αρχαιότερα ευρήματα χρονολογούνται το 79 μ.Χ., η πρώτη πόλη ιδρύθηκε σε πολύ παλιότερη περίοδο που χάνεται στην προϊστορία, η πρώτη επέκταση της αρχαίας πόλης έγινε μετά την νίκη των Ελλήνων στην Ναυμαχία της Κύμης (450 π.Χ.). Οι πρώτοι κάτοικοι ήταν οι Όσκοι τον 8ο αιώνα π.Χ. που ίδρυσαν στην κεντρική Ιταλία πέντε πόλεις. Όταν η Μεγάλη Ελλάδα επεκτάθηκε στην Ιταλική Καμπανία (740 π.Χ.) η Πομπηία εισήλθε στην Ελληνιστική εποχή. Την ίδια εποχή οικοδομήθηκε ένας μεγαλοπρεπής ναός Δωρικού ρυθμού στην περιοχή που έγινε αργότερα το "Τριγωνικό Φόρουμ", εισήλθε και η λατρεία του Απόλλωνος.


Οι Έλληνες και οι Φοίνικες χρησιμοποιούσαν την Πομπηία ως ασφαλές λιμάνι. Τον 6ο αιώνα π.Χ. ο οικισμός επεκτάθηκε σε μια σημαντική κοιλάδα που βρισκόταν στο σταυροδρόμι ανάμεσα στην Ιταλική Κύμη, την Νώρα και τις Σταβίαι, περικυκλώθηκε από ένα τείχος. Το πρώτο τείχος ακολούθησε ένα μεγαλύτερο με περισσότερη αγροτική έκταση. Τα τείχη δείχνουν ότι ο οικισμός ήταν σημαντικός και πλούσιος χάρη στο εμπόριο, το λιμάνι βρισκόταν στο στόμιο του ποταμού. Ο πρώτος οικισμός στα στρώματα Ζ΄ και Η΄ της παλαιάς πόλης αναγνωρίζεται στους Σαμνίτες και Ρωμαικά σχέδια διαφορετικού ρυθμού.


Στην περιοχή της Πομπηίας εγκαταστάθηκαν οι Ετρούσκοι (524 π.Χ.), ο ποταμός Σάρνο ήταν σημαντικός συγκοινωνιακός κόμβος ανάμεσα στην θάλασσα και το εσωτερικό της χερσονήσου. Οι Ετρούσκοι όπως και οι Έλληνες δεν κατέλαβαν την πόλη στρατιωτικά, εξακολουθούσε να διατηρεί την αυτονομία της. 

Η Πομπηία έγινε ωστόσο μέλος της Ετρουσκικής Ομοσπονδίας, οι ανασκαφές (1980) βρήκαν επιγραφές και μια Νεκρόπολη του 6ου αιώνα π.Χ. Με τους Ετρούσκους οικοδομήθηκαν στην πόλη ένα Φόρουμ, μια πλατεία για αγορές και ο Ναός του Απόλλωνα, βρέθηκαν και δείγματα της κεραμικής τους, υπήρχαν και πολλά κτίσματα με τον ρυθμό τους.


Η Ελληνική Κύμη συμμάχησε με τις Συρακούσες, νίκησε τους Ετρούσκους στην Μάχη της Κύμης και κατέλαβε την περιοχή (474 π.Χ.). Την περίοδο 450 π.Χ.-375 π.Χ. εμφανίζονται πολλές αλλαγές στην ζωή των κατοίκων, πολλές συνοικίες ερημώθηκαν από πληθυσμό και οι προσφορές στον ναό του Απόλλωνα ελαττώθηκαν σημαντικά. Οι Σαμνίτες ένας λαός Σαβινικής καταγωγής, σύμμαχοι των Ρωμαίων ήρθαν από το Αμπρούτσο και το Μολίζε και κατέλαβαν την Ελληνική Κύμη (423 π.Χ.-420 π.Χ.). Η Πομπηία πιθανότατα κατακτήθηκε μαζί με τις γύρω περιοχές (424 π.Χ.), οι νέοι κυρίαρχοι επέβαλαν τον ρυθμό τους και επέκτειναν την πόλη.

Οι Ρωμαίοι ήρθαν σε σύγκρουση με τους Σαμνίτες (343 π.Χ.-341 π.Χ.) με αποτέλεσμα να ξεσπάσουν οι "Σαμνίτικοι Πόλεμοι", οι Ρωμαίοι εισέβαλαν και κατέκτησαν την πεδιάδα της Καμπανίας. Οι κάτοικοι της Πομπηίας παρέμεναν πιστοί στους Ρωμαίους παρά το ότι κυβερνήθηκαν από τους Σαμνίτες, τους υποστήριξαν στους Α΄, Β΄, Γ΄ Σαμνίτικους πολέμους και στον πόλεμο με τον Πύρρο. Από τα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. η Πομπηία άρχισε να επεκτείνεται από τον αρχικό πυρήνα με πρόσθετες εξωτερικές συνοικίες ή προάστεια με σύγχρονα για την εποχή οικιστικά συστήματα όπως το Ιπποδάμειο. Στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ. τα τείχη ενισχύθηκαν σημαντικά με ασβεστολιθική πέτρα από το Σάρνο. 


Την ίδια εποχή κατασκευάστηκαν τα ισχυρά τείχη που είναι ορατά και σήμερα, με τετράγωνες ασβεστολιθικές πέτρες, στηρίχτηκε σε ένα μεγάλο χωμάτινο ανάχωμα. Μετά τους Σαμνίτικους Πολέμους (290 π.Χ.) η Πομπηία δέχτηκε την διοικητική κυριαρχία της Ρώμης. Όταν ξέσπασε ο Β΄ Καρχηδονιακός Πόλεμος (218 π.Χ.-201 π.Χ.), ο Αννίβας απείλησε πολλές πόλεις αλλά η Πομπηία εξακολουθούσε να είναι πιστή στην Ρώμη σε αντίθεση με τις υπόλοιπες πόλεις της νότιας Ιταλίας που αποστάτησαν. 


Το αποτέλεσμα ήταν να ενισχυθεί το εξωτερικότερο τείχος με ένα εσωτερικό, τα δύο τείχη ανυψώθηκαν και τα χώριζε ένας διάδρομος στον οποίο ένας άνθρωπος θα μπορούσε να κινηθεί. Παρά την μεγάλη αβεβαιότητα στην οποία πολλοί κάτοικοι της νότιας Ιταλίας μετανάστευσαν η Πομπηία εξακολουθούσε να ευημερεί χάρη στην αγροτική παραγωγή σε κρασί και λάδι και στο εμπόριο με την Ισπανία και την Προβηγκία.


Τον 2ο αιώνα π.Χ. κορυφώθηκε η ανάπτυξη στην Πομπηία χάρη στα λάφυρα που έφεραν οι Ρωμαίοι από τις κατακτήσεις τους στην Ανατολή, ιδιαίτερα από την καταστροφή της Κορίνθου. Την ίδια εποχή έγιναν σημαντικά έργα όπως το Μεγάλο Θέατρο, ο ναός του Γιούπιτερ, η Βασιλική και τα Λουτρά. Η Πομπηία βρισκόταν ανάμεσα στις πόλεις της Καμπανίας που επαναστάτησαν εναντίον των Ρωμαίων (89 π.Χ.) όταν ξέσπασαν οι Κοινωνικοί Πόλεμοι. Ο Λεύκιος Κορνήλιος Σύλλας ξεκίνησε σκληρούς βομβαρδισμούς στα τείχη της πόλης με χιλιάδες ρουκέτες, πολλά από τα τείχη στο εσωτερικό τους καταστράφηκαν. 


Παρά την σκληρή αντίσταση μετά την κατάκτηση της Νώρας αναγκάστηκαν και οι κάτοικοι της Πομπηίας να παραδοθούν. Ο Σύλλας μοίρασε την γη της Πομπηίας στους Βετεράνους στρατιώτες του, σε όσους αντιστάθηκαν έγινε κατάσχεση της περιουσίας τους. Η Πομπηία έγινε Ρωμαϊκή επαρχεία, οι κάτοικοι Ρωμαίοι πολίτες και υιοθέτησαν την Λατινική γλώσσα, οι αριστοκρατικές οικογένειες της πόλης αναδείχθηκαν στην Ρωμαϊκή αυτοκρατορία.

Η γη της Πομπηίας ήταν πολύ εύφορη και η γειτνίαση με τον Κόλπο της Νεαπόλεως έφερε μεγάλη εμπορική ανάπτυξη. Πολλές νέες μεγαλοπρεπείς βίλες οικοδομήθηκαν όπως η Έπαυλη του Διομήδη και η Βίλα των Μυστηρίων. Η πόλη επεκτεινόταν συνεχώς με την κατασκευή νέων κτιρίων όπως το Αμφιθέατρο του Πομπήιου (70 π.Χ.), τα Ρωμαϊκά Λουτρά και το Ωδείο. Τα κτίσματα αυτά επέτρεψαν στην Πομπηία να γίνει το σημαντικότερο κέντρο εξουσίας σε ολόκληρη την νότια Ιταλία. Μια σκληρή εμφύλια σύγκρουση που οδήγησε σε αιματοχυσία (59 μ.Χ.) ανάγκασε την Ρωμαϊκή Σύγκλητο να στείλει στρατό να αποκαταστήσει την τάξη και να απαγορεύσει περισσότερες διαδηλώσεις για 10 χρόνια.


Οι κάτοικοι της Πομπηίας είχαν συνηθίσει σε πολλούς μικρότερους σεισμούς αλλά ένας ισχυρότατος σεισμός της τάξης των 6 Ρίχτερ προκάλεσε σημαντικές ζημιές στην πόλη (5 Φεβρουαρίου 62). Την ίδια μέρα η Πομπηία ετοιμαζόταν για σημαντικές τελετές όπως τα γενέθλια για την ανάδειξη του Αυγούστου σε "Πατέρα της χώρας", οι φωτιές που ακολούθησαν όταν έπεσαν τα καντήλια από τον σεισμό δημιούργησαν στους κατοίκους μεγάλο πανικό.Την περίοδο (62 μ.Χ.-79 μ.Χ.) οι κάτοικοι ασχολήθηκαν με την αποκατάσταση των ζημιών που προήλθαν από τον σεισμό, σε μεγάλο βαθμό τα είχαν καταφέρει. Ένα σημαντικό πεδίο έρευνας των αρχαιολόγων επικεντρώθηκε στην αποκατάσταση των κτιρίων από τις φθορές στον μεγάλο σεισμό (62 μ.Χ.). 


Οι έρευνες έχουν αποδείξει ότι δεν αποκαταστάθηκαν πλήρως αλλά δεν έχουν υπολογιστεί οι πολλαπλές κλοπές από τις αρχαιοκαπηλείες. Τα δημόσια κτίρια ωστόσο είχαν αποκατασταθεί πλήρως. Μερικά κτίρια οικοδομήθηκαν μετά τον μεγάλο σεισμό, τα νέα δημόσια λουτρά δημιουργήθηκαν σε μια νησίδα, σε αυτήν κατεδαφίστηκαν τα προηγούμενα κτίσματα που ήταν κατεστραμμένα από τον σεισμό. Η κατασκευή αυτή δείχνει ότι η πόλη εξακολουθούσε να βρίσκεται σε ακμή και είχε ανακάμψει πλήρως.


Ο αυτοκράτορας Νέρων και η σύζυγος του Ποππαία Σαβίνα επισκέφτηκαν την Πομπηία (64 μ.Χ.), πρόσφεραν μερικά δώρα στον ναό της Βένους, διαμόρφωσε και το θέατρο της Νεαπόλεως. Την εποχή της έκρηξης (79 π.Χ.) κατοικούσαν στην Πομπηία 20.000 κάτοικοι αν και ο αριθμός που είναι επιβεβαιωμένος με βάση τις κατοικίες ήταν 11.500 κάτοικοι


Ο ναός του Γιούπιτερ στην Πομπηία (2ος αιώνας π.Χ.)

Η Πομπηία μαζί με πολλές άλλες πόλεις επλήγη σε ισοπεδωτικό βαθμό από την έκρηξη του ηφαιστείου του Όρους Βεζούβιος, κράτησε δύο ολόκληρες μέρες.[30] Ξεκίνησε με την βροχή ελαφρόπετρας διάρκειας περίπου 18 ωρών, επιτρέποντας στους περισσότερους κατοίκους να διαφύγουν. Μόνο 1.150 πτώματα έχουν βρεθεί μέχρι τώρα στο χώρο, επιβεβαιώνοντας πως αρκετοί ήταν οι κάτοικοι που δραπέτευσαν


Κάποια στιγμή τη νύχτα ή νωρίς την επόμενη μέρα, άρχισαν πυροκλαστικές ροές κοντά στο ηφαίστειο, που αποτελούνταν από σύννεφα πυκνής και πολύ καυτής τέφρας, αποτεφρώνοντας ή πνίγοντας τον υπόλοιπο πληθυσμό. Το βράδυ της δεύτερης ημέρας, η έκρηξη είχε τελειώσει, αφήνοντας μόνο ομίχλη στην ατμόσφαιρα μέσω της οποίας ο ήλιος έλαμπε ελάχιστα.


Μια σύγχρονη ηφαιστειολογική και ανθρωπολογική μελέτη έδειξε ότι ο θάνατος των κατοίκων προήλθε όχι από την ίδια την τέφρα αλλά από την τεράστια αύξηση της θερμοκρασίας που έφτασε ακόμα και τους 250 βαθμούς Κελσίου. Οι διαρροές της τέφρας σε απόσταση 10 χιλιομέτρων από τον κρατήρα ήταν επαρκείς να προκαλέσουν τον ακαριαίο θάνατο των ανθρώπων που δεν είχαν διαφύγει, ολόκληρη η πόλη καλύφτηκε από τέφρα ύψους 6 μέτρων.


 Ο Πλίνιος ο Νεότερος είχε περιγράψει το περιστατικό με επίκεντρο τον κόλπο της Νάπολης αλλά η περιγραφή έγινε 25 χρόνια μετά το περιστατικό. Στην έκρηξη βρήκε τον θάνατο και ο θείος του Πλίνιος ο Πρεσβύτερος όπου είχε αποσταλεί από την Ρωμαϊκή Σύγκλητο ως εθελοντής, κατά μερικούς από τα αέρια των ηφαιστείων, άλλοι το αμφισβητούν επειδή βρισκόταν 16 χιλιόμετρα από την εστία. Η έκρηξη προσδιορίστηκε αρχικά σύμφωνα με ένα έγγραφο τον Αύγουστο, σύντομα αμφισβητήθηκε και μετατέθηκε (23 Νοεμβρίου 72).


Σε έγγραφο που βρέθηκε αργότερα (2018) καθορίζεται η ακριβής ημερομηνία (17 Οκτωβρίου 72). Η λεπτομερής μελέτη που ακολούθησε κατοχύρωσε την τελική ημερομηνία στις 24/25 Οκτωβρίου. Το γεγονός ότι η έκρηξη έγινε το φθινόπωρο επιβεβαιώνεται από πολλά ευρήματα όπως τα ρούχα που φορούσαν οι άνθρωποι βαρύτερα από τα καλοκαιρινά και το γεγονός ότι τα καλοκαιρινά φρούτα βρίσκονταν στην αγορά αποξηραμένα.

Read More

Ο Πατσιανός του δήμου Σφακίων

Μαρτίου 20, 2026 0

 Ο Πατσιανός (ή και Πατσανός) είναι χωριό και έδρα ομώνυμης κοινότητας του δήμου Σφακίων στην περιφερειακή ενότητα Χανίων της Κρήτης. 


Βρίσκεται σε υψόμετρο 120 μέτρων, στους πρόποδες του όρους Αγκαθές (1.511 μ.) βόρεια από το Φραγκοκάστελλο. Το χωριό χρησιμοποιείται ως παραχειμαστική οικία των κατοίκων του Καλλικράτη.

Σύμφωνα με τον Βασίλειο Ψιλάκη, το όνομα του χωριού προέρχεται από την ιταλική λέξη pace (που σημαίνει ειρήνη), καθώς οι κάτοικοι του χωριού κατέστρεφαν το εν κατασκευή Φραγκόκαστελλο (1371) καθώς φοβόντουσαν ότι θα χρησιμοποιηθεί εναντίον τους. 

Οι Ενέτοι συνέλαβαν και σκότωσαν τους υπεύθυνους και κατέστρεψαν το χωριό. Όσοι γλύτωσαν ξαναέφτιαξαν το χωριό και το ονόμασαν Πατσανό, δληαδή Ειρηνικό. Όμως, ο Στέργιος Σπανάκης αναφέρει ότι η ορθή ετυμολογία προέρχεται από το επώνυμο Πατσός, θεωρία που είχε προτείνει ο Γρηγόριος Παπαδοπετράκης.


Το χωριό αναφέρεται για πρώτη φορά στην αιγυπτιακή απογραφή του 1834, όταν σε αυτό κατοικούσαν 14 χριστιανικές οικογένειες. Στην απογραφή του 1881 αναφέρεται ως Πατσανός και ανήκε στο δήμο Καλλικράτη του νομού Σφακίων, με 70 κατοίκους. Από την απογραφή του 1900 και έπειτα αναφέρεται ως Πατσιανός



Αναφέρεται επίσημα το 1925 στο ΦΕΚ 27Α - 31/01/1925 να ορίζεται έδρα της ομώνυμης νεοϊδρυθείσας κοινότητας. Σύμφωνα με το σχέδιο Καλλικράτης και την τροποποίηση του Κλεισθένης Ι, μαζί με τους οικισμούς Καλλικράτης, Καψοδάσος και Φραγκοκάστελλο αποτελούν την κοινότητα Πατσιανού που υπάγεται στο δήμο Σφακίων ενώ σύμφωνα με την απογραφή του 2011 έχει 100 κατοίκους.




Οι κάτοικοι του χωριού ασχολούνται με την κτηνοτροφία, την καλλιέργια ελιάς, την μελισσοκομία και τον τουρισμό. Στον κάμπο του Φραγκόκαστελου καλλιεργούνται ελιές και ψυχανθή που προορίζονται για ζωοτροφές. 


Τη δεκαετία του 1950 στο χωριό λειτουργούσαν 3 ελαιοτριβεία με μυλόπετρες. Σήμερα στο χωριό λειτουργεί σύγχρονο ελαιοτριβείο και εντός του χωριού τυροκομείο






Read More

Ο Ασώματος του Δήμου Αγίου Βασιλείου

Μαρτίου 20, 2026 0

 Ο Ασώματος είναι χωριό και έδρα ομώνυμης κοινότητας του Δήμου Αγίου Βασιλείου, στην Περιφερειακή Ενότητα Ρεθύμνης της Κρήτης. 


Απέχει 31 χιλιόμετρα από το Ρέθυμνο και είναι κτισμένος σε υψόμετρο 230 μ. κοντά στην έξοδο του Κουρταλιώτικου φαραγγιού και στις νότιες πλαγιές του όρους Κουρούπα.


Το χωριό πήρε το όνομά του από το ναό του Μιχαήλ Αρχαγγέλου και αναφέρεται από τον Φραντσέσκο Μπαρότσι το 1577 ως Assomato de Mega Potamo της επαρχίας Αγίου Βασιλείου. 


Στην ενετική απογραφή του 1583 από τον Καστροφύλακα αναφέρεται ως Assomato di Mega Potamo με 89 κατοίκους, ενώ μνεία στο χωριό κάνει και ο Βασιλικάτα το 1630, με την ονομασία Assomato di Mega Potamo. Στην απογραφή του 1834, η οποία οργανώθηκε από τους Αιγυπτίους, το χωριό είχε αμιγώς χριστιανικό πληθυσμό και κατοικούσαν σε αυτό 15 οικογένειες.


Άποψη της προσόψεως της εκκλησίας των Αγίων Ασωμάτων.

Στην απογραφή του 1881 ο Ασώματος υπάγονταν στον δήμο Φοίνικος και κατοικείτο αποκλειστικά από χριστιανούς, οι οποίοι ανέρχονταν στους 143, ενώ στην απογραφή του 1900 το χωριό μετρούσε 196 κατοίκους. Στην απογραφή του 1920 αναφέρεται ως έδρα ομώνυμου αγροτικού δήμου. 


Το 1925, ο Ασώματος ορίστηκε έδρα ομώνυμης κοινότητας, μέχρι την Καποδιστριακή διοικητική διαίρεση, όταν το χωριό προσαρτήθηκε στον Δήμο Φοίνικα. Από τον Ασώματο κατάγονταν ο Εμμανουήλ Τσουδερός πρωθυπουργός και ο Γεωργουλάκης Κωνσταντίνος οπλαρχηγός Χιομάχος το 1912.




Εντός της ευρύτερης περιοχής του χωριού βρίσκεται η Πίσω Μονή Πρέβελη, καθώς και η Κάτω Μονή Πρέβελη, τα δύο κτιριακά συγκροτήματα τα οποία και αποτελούν τη Μονή Πρέβελη. 

Πλησίον του χωριού βρίσκεται, επίσης, το Κουρταλιώτικο φαράγγι, η είσοδος στο οποίο γίνεται από σημείο σε κοντινή απόσταση από την είσοδο στο χωριό.








Επάνω στον δρόμο εντός Κουρταλιώτικου Φαραγγιού βρίσκονται τα εξωκλήσια του Αγίου Γεωργίου και της Αγίας Κυριακής. 


Στο χωριό λειτουργεί ιδιωτικό λαογραφικό μουσείο, γνωστό ως «Παπαγεωργουλάκειο Μουσείο». Στις συλλογές περιλαμβάνει πέρα από αντικείμενα καθημερινής χρήσης, εκκλησιαστικά κειμήλια και αντικείμενα από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.








Read More
ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ
ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑ - ΚΟΣΜΟΣ
ΠΡΟΣΩΠΑ
ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ - ΠΟΙΗΣΗ
ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ
ΠΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ